Ετεροτοπίες της φθοράς: Ποιητικές κατασκευές στις λιμενικές εγκαταστάσεις του βιομηχανικού Πειραιά | Διπλωματική εργασία από τις Αθανασία Κοκκάλα και Μυρσίνη Μαυραπίδη

text in EN, GR

Μια έκταση δυτικά του λιμανιού του Πειραιά, αποτελεί την περιοχή μελέτης και σχεδιασμού της παρούσας διπλωματικής εργασίας. Πρόκειται για μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από κτιριακά και βιομηχανικά θραύσματα και παραμένει ανενεργή μέσα στον αστικό ιστό τα τελευταία χρόνια. Οι Αθανασία Κοκκάλα και Μυρσίνη Μαυραπίδη χρησιμοποίησαν αναφορές από τις ιδέες των καταστασιακών και έμπνευση από τις περιγραφές του Ίταλο Καλβίνο στο σύγγραμμά του «Αόρατες Πόλεις». 
Όσον αφορά το σχεδιαστικό κομμάτι, 
η βασική προβληματική αφορούσε την περιορισμένη πρόσβαση των κατοίκων σε ελεύθερους χώρους καθ’ολη την έκταση του δυτικού παράκτιου μετώπου. Η παρούσα εργασία προτείνει τη δημιουργία 4 εμβληματικών αρχιτεκτονικών  κατασκευών, από τον υπολειπόμενο ανενεργό εξοπλισμό του τόπου. Αυτές, τοποθετούνται με τέτοια σειρά ώστε να χαράζουν μια διακριτή πορεία προς τη θάλασσα. 

-text by the architects

Η παρούσα διπλωματική εντοπίζεται στην περιοχή δυτικά του λιμανιού του Πειραιά, στα όρια με τον Δήμο Δραπετσώνας.

Μέσα σε μια έκταση που είναι διάσπαρτη με αστικά, βιομηχανικά και ιστορικά κατάλοιπα, διαμορφώνεται νοητά μια πορεία που καταλήγει στη θάλασσα. Πρόκειται για μια ανενεργή ζώνη, έναν αόριστο χώρο. Τοπίο αινιγματικό που αποπνέει μια ανοίκεια ατμόσφαιρα.  

Η έρευνά μας ξεκίνησε με μια εκτεταμένη περιπλάνηση στο δυτικό παράκτιο μέτωπο, εμπνευσμένη από τις ιδέες των καταστασιακών, κατά την οποία εξερευνήσαμε βιομηχανικά ερείπια και ναυπηγικές κατασκευές. Το υλικό που συγκεντρώσαμε οργανώθηκε στη συνέχεια σε καταλόγους και αποτέλεσε τη βάση της συνθετικής διαδικασίας. Mε τη μέθοδο του κολλάζ, καθώς και τα σκίτσα, αφεθήκαμε να οραματιστούμε και να αποτυπώσαμε αυθόρμητα νέες μορφές και πραγματικότητες, καθοδηγούμενες σε μεγάλο βαθμό από τις περιγραφές του Ίταλο Καλβίνο στις «Αόρατες Πόλεις». Μέσα στη σχεδιασμένη πόλη, είδαμε μια πόλη μεταφορική, αποτελούμενη από αναρίθμητες αόρατες-ορατές πραγματικότητες που συνυπάρχουν ή αλληλοκαλύπτονται.

Ταυτοχρόνως, η συνειδητοποίηση του πρακτικού προβλήματος της πολύ περιορισμένης πρόσβασης των κατοίκων σε ελεύθερους χώρους κοντά στη θάλασσα, σχεδόν σε όλο το δυτικό παράκτιο μέτωπο, μας ώθησε να αναζητήσουμε μια πρόταση που θα έθετε ως στόχο την ανατροπή της κατάστασης αυτής. 

Προτείνουμε τη δημιουργία 4 εμβληματικών αρχιτεκτονικών  κατασκευών, που αντλούν τόσο μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία από τον τόπο, όσο και την υλικότητα τους. Σαν ρακοσυλλέκτες μαζεύουμε υλικά, που βρίσκουμε στις ερειπιώδεις βιομηχανικές δομές της ευρύτερης περιοχής και τα ανακυκλώνουμε επαναχρησιμοποιώντας τα και ανασυνθέτοντάς τα σε νέα σύνολα.

Επιθυμούμε να αποτελέσουν παραδειγματικά στιγμιότυπα εναλλακτικών εξελισσόμενων μορφών, δυνητικά επαναλαμβανόμενων, σε μια χρονική αλληλουχία συνεχούς διαδικασίας κατασκευής και αποσύνθεσης. Τοποθετούνται διάσπαρτες κατά μήκος της ζώνης, σε συνάρτηση με υπολειπόμενο ανενεργό εξοπλισμό ο οποίος βοηθά στη στήριξη, την ανάρτηση και την κύλιση τους. Από την καθεμία θα είναι ορατή η επόμενη, έτσι, ακολουθώντας τες κανείς θα καταφέρνει τελικά να φτάσει στην θάλασσα.

Επιθυμούμε να λειτουργήσουν ως τοπόσημα-μνημεία μαζί με τις υπόλοιπες ανενεργές εμβληματικές κατασκευές της περιοχής, ενεργοποιώντας τη συλλογική μνήμη του τόπου ως κομμάτι μιας αποβιομηχανοποιημένης περιοχής που αναβιώνεται με νέα χρήση, αφιερωμένη στον ελεύθερο χρόνο. Οι χρήσεις που φιλοξενούν είναι κατά βάση πολιτιστικές, διάφορα δρώμενα και εκθέσεις. Ταυτόχρονα, οι ετεροτοπικές εγκαταστάσεις που σχεδιάζονται στο εσωτερικό τους, επιχειρούν να ενεργοποιήσουν το φαντασιακό όσων διαμένουν και περιπλανιούνται στην περιοχή. Εμβαθύναμε περισσότερο στην κατασκευαστική ανάλυση δύο εκ των τεσσάρων κατασκευών, δίνοντας έτσι ιδιαίτερη έμφαση στο κομμάτι της πορείας που ανοίγεται προς τη θάλασσα.  

Στον χώρο των πέτρινων δεξαμενών εντάσσουμε μια ξύλινη κατασκευή που συνδυάζει την λογοτεχνική αναφορά του κουφαριού μιας φάλαινας με την κυριολεκτική χρήση του χώρου, προορισμένου για την  κατασκευή ή  επισκευή πλοίων. Η κατασκευή παρουσιάζει μορφολογικά στοιχεία που παραπέμπουν στην αναπαράσταση ενός ζωολογικού αντικειμένου, ενώ ταυτόχρονα αντλεί κατασκευαστική γνώση από το τρεχαντήρι. Πρόκειται για μια μεικτή κατασκευή, ξύλου και μετάλλου στις συναρμογές, η οποία αναρτάται από τους υπάρχοντες γερανούς. Επί του βασικού σκελετού καρφώνονται ξύλινες σανίδες, ενώ στα σημεία που υπάρχουν φθορές τοποθετούνται μεταλλικά φύλλα λαμαρίνας, ως μπαλώματα. Ο χώρος εσωτερικά είναι κενός, ενώ οι σχισμές ή οι ασυνέχειες που δημιουργούν τα ξύλα επιτρέπουν στο φώς και στον αέρα να εισχωρούν διαμορφώνοντας έτσι σκιάσεις και ήχους. Η εμπειρία του χώρου θυμίζει μια μεγάλη σκηνή που ο επισκέπτης την ίδια στιγμή είναι και θεατής και θέαμα. 

 

Λίγο παρακάτω, στην άκρη του μόλου τοποθετείται η τελευταία κατασκευή. Είναι η μεγαλύτερη σε ύψος από τις υπόλοιπες και έχει την όψη ενός ερειπώδους και παράξενου πύργου σε αποσύνθεση, που σταδιακά θα καταποντιστεί μέσα στα νερά του λιμανιού. Εδώ επιδιώκεται η επανασύνδεση με το στοιχείο του νερού, όχι μόνο μέσα από την έννοια της ενατένισης αλλά και μέσω του βιώματος. Ολόκληρη η κατασκευή αποτελεί ενσάρκωση της διαδικασίας του περάσματος μέσα από αυτήν και βασίζεται στην εμπειρία της κίνησης μέσα σε ένα αμπάρι πλοίου. Η όλη ανάβαση, οι σχισμές, οι γέφυρες, οι εξώστες, προσφέρουν άλλες οπτικές της πραγματικότητας.

Το στοιχείο του νερού ενισχύει το παράδοξο του χώρου, δημιουργώντας ήχους και προσδίδοντας υγρασία στις επιφάνειες. Η κατασκευή είναι κατά βάση μεταλλική, και η συνδεσμολογία της αντλείται από πλοία και γερανούς. Ο βασικός σκελετός αποτελείται από ενισχυμένες διατομές διπλού ταυ, πάνω στον οποίο αναρτώνται μεταλλικές επιφάνειες, υποβοηθούμενες όπου είναι απαραίτητο από ένα σύστημα αντηρίδων και συρμάτινων καλωδίων. 

Συνολικά οι κατασκευές της πρότασής μας, αποτελούν κομμάτια ενός κόσμου που μετεωρίζεται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Η όλη περιδιάβαση μυεί σε μια αισθητηριακή εμπειρία του χώρου, και τροφοδοτεί μια διαδικασία εσωτερική, μια πορεία αμφισβήτησης και ενδοσκόπησης. Ο μηχανισμός της φθοράς προσδίδει στο χώρο την αίσθηση του περάσματος του χρόνου. Η χρονικότητα εδώ είναι διαφορετική από την υπόλοιπη πόλη. Ξεκινά με αυτή την παράξενη ετεροχρονία, την αποσύνθεση και το ξεθώριασμα και  μετριέται με βάση τη σκουριά και τις χημικές διαδικασίες.

Γι’ αυτό το λόγο οι τέσσερεις κατασκευές αποτελούν τόπους ετεροτοπικούς. Το χτίσιμο και η κατάρρευση τους συμβαίνουν ταυτόχρονα.  

Με την περιπλάνηση αυτή, ξεκινά ένα ψυχοτροπικό ταξίδι, σε ατμόσφαιρες μετααποκαλυπτικών τοπίων, στα μονοπάτια της σκουριάς, στα  χτυπήματα και τους τριγμούς των σανίδων και τις λαμαρίνας.


Στοιχεία έργου:
Τίτλος: Ετεροτοπίες της φθοράς: Ποιητικές κατασκευές στις λιμενικές εγκαταστάσεις του βιομηχανικού Πειραιά 
Φοιτήτριες: Αθανασία Κοκκάλα, Μυρσίνη Μαυραπίδη 
Επιβλέποντες: Κώστας Ντάφλος, Παναγιώτης Βασιλάτος 
Πανεπιστημιακό ίδρυμα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών


An abandoned area west of the port of Piraeus is the area of study and planning of this diploma thesis. It is an area characterized by building and industrial fragments and remains inactive within the urban fabric in recent years. Athanasia Kokkala and Myrsini Mavrapidis used references from the ideas of the situationists and inspiration from the descriptions of Italo Calvino in his book “Invisible Cities”. 
As far as the design process, the main problem concerned the limited access of the inhabitants to free spaces throughout the western coastal front. This thesis proposes the creation of 4 emblematic architectural structures, from the remaining inactive equipment of the place. These structures are placed in such an order that they carve out a distinct path to the sea.

-text by the architects

This thesis focuses on the area west of the port of Piraeus, on the border with Drapetsona. Within this area, that urban, industrial and historical remains are scattered all around, a path that ends at the port’s seafront is shaped. In total, it concerns an inactive and indefinite space in the city, an enigmatical landscape with an emerging unfamiliarity.  

Using the situationist’s ideas concerning urban planning and derive, we focused on the coastal region west of Pireaus, mapping industrial ruins as well as the ship-constructional zone. Based on the forms and the systems that we encountered, some catalogues where formed.  

Along with photo-montage, collage as well as hand-drawings, we envisioned new forms and realities. Our imagination was also guided by the descriptions of Italo Calvino, in his book, Invisible Cities. Into the designed city, we found a metaphorical city, that is part of innumerable invisible-visible realities that are correlated or overlapping.  

Simultaneously, we acknowledged the practical issue of the very restricted access of the residents to free spaces along the west coast. Therefore, we came up with a solution that would emphasise on the reversal of this issue.

The proposal concerns the creation of four emblematic architectural constructions, that derive elements-both morphological and constructional-from their surroundings, as well as their materiality. Like scavengers we collect materials, that we find in the ruined industrial structures of the region and we reuse them into new assemblages. The constructions will constitute exemplary snapshots, of alternatively evolving forms, potentially repetitive, in a time sequence of a continuous process of construction and decomposition. They are placed in relation to remaining industrial equipment for their support, suspension, rolling and sinking, along the inactive zone. From each one the next can be visible, finally leading to the seaside.

These constructions aim to be landmarks along with all the other emblematic ruins of the area. As a result, this will reactivate the collective memory of the place as part of a deindustrialized area that revives with new use, dedicated to free time. We emphasised more in the two of the four proposed constructions, those that concern the seaside, moving further into constructional analysis.

To the ship-docks we place a wooden construction that combines the literary reference of a whale’s carcass with the literally use of the place, as a ship constructional zone. The proposed construction includes morphological elements that resemble to a zoological object, while at the same time it derives constructional knowledge from shipbuilding manuals.

It concerns a mixed construction, wood and metal at the joints, that is suspended from the remaining port cranes. On the basic construction wooden planks are being peged, while at the timeworn parts metal materials are used, as a patch. The space inside is vacant. The discontinuities of the wooden planks allow light and wind to penetrate, forming light and shadow effects as well as a new sound environment. The whole concept of the space resembles that of a theatre stage, where the visitor can be both the spectator and the spectacle.  

Next, at the end of the waterfront, the fourth construction is placed. It concerns a metallic structure that is the highest of the four and resembles a ruined yet weird tower in decomposition. Here we aim the re-connection with the element of the water not only by gazing, but also by experiencing. The construction consists mainly of metal parts, that are joined the same way ship and crane compartments are. On the basic structure, parts that are collected from the entire region are suspended, whereas the whole tower rests on four double T beams. A system of struts and cables assists the tower to stay in balance.

The whole construction is a product of the experience of passing through it. This explains why the inside space is formed in different height levels, that somebody can reach through a staircase. Moreover, architectural elements like the bridge, the holes in the coating and the various balconies, enrich the whole experience.  

In total, all four constructions are part of a world that lingers between reality and imagination. The whole wandering introduces you to a sensory experience of space, and feeds an internal process of questioning and introspection. The mechanism of decay gives the space the feeling of the passage of time. The timeline here is different from the rest of the city. It starts with this strange heterogeneity, decomposition and fading and is measured based on rust and chemical processes.

That is why the four constructions are heterotopic places. Their building and collapse occur at the same time.  

With this wandering, a psychotropic journey begins, in atmospheres of post-apocalyptic landscapes, in the paths of rust, in the blows and creaks of the boards and the metal sheets.


Credits & Details:
Title: Heterotopias of decay: Poetic constructions in the port facilities of industrial Piraeus
Students: Athanasia Kokkala, Mursini Mavrapidi 
Supervisors: Kostas Daflos, Panagiotis Vasilatos
Institution:  National Technical University of Athens, Department of Architecture Engineering


RELATED ARTICLES