Στην αγωνία της μορφής που προκαλείται από τον καταιγισμό των εικόνων του σήμερα και στον μετασχηματισμό του κενού σε κάτι πλήρες, αναφέρεται ο αρχιτεκτοντας, Γιώργος Τσολάκης, επικεφαλής του γραφείου Tsolakis Architects.

Όπως λέει ο ίδιος “ζούμε σε μια εποχή γεμάτη από όμορφες εικόνες, γεγονός που δημιουργεί στην αρχιτεκτονική την αγωνία της μορφής. Αρκετά συχνά, ξεκινώντας τη μελέτη ενός έργου υπάρχει μια εικόνα στο μυαλό μας την οποία προσπαθούμε να ικανοποιήσουμε με τρόπο δεσμευτικό και στατικό. Πέραν της έτοιμης εικόνας, θα θέλαμε να διερευνήσουμε μια διαφορετική διαδικασία μορφογένεσης, από την εξερεύνηση της οποίας προέκυψαν η αλληλουχία των εξής σκέψεων και ερωτημάτων:
Τι σχέση έχει μια αυλή, με μια αλάνα και μια πλατεία;”, διερωτάται ο αρχιτέκτοντας.


Θέτοντας το ερώτημα πιο συγκεκριμένα, ρωτάει για το ποια σχέση έχει αυτή η παραπάνω αυλή, με την αλάνα και την πλατεία που απεικονίζονται. Πέραν της προφανούς απάντησης ότι αποτελούν έργα του γραφείου του, η κοινή τους σχέση είναι ότι και στα τρία έργα το κενό αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του πλήρους. «Σε έναν κόσμο που βασίζεται κυρίως στην εικόνα, ας μιλήσουμε για αυτό που δεν συνηθίζουμε να του δίνουμε αρκετή σημασία, ας μιλήσουμε για το κενό», σημειώνει ο Γ. Τσολακης.

«Στον καθημερινό λόγο έχουμε συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε ως κενό τον άκτιστο χώρο. Κενό σημαίνει το απολύτως τίποτα. Κενό όμως είναι και αυτό που περικλείεται από το πλήρες. Αντίθετο του κενού είναι το πλήρες, δηλαδή ο κτισμένος όγκος. Ως αρχιτέκτονες χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους για να περιγράψουμε τον χώρο. Οπότε ο κτισμένος χώρος, το πλήρες, είναι το αποτέλεσμα, το οποίο γεννιέται στον κενό χώρο. Καθώς το κενό και το πλήρες ορίζουν το ένα το άλλο, η μεταξύ τους σύνθεση δίνει νόημα και ανατροφοδοτεί τις δύο έννοιες. Εν τέλει καθορίζει την ισορροπία του χώρου. Με βάση λοιπόν αυτά επανέρχεται το αρχικό ερώτημα ως εξής: Ποιο μπορεί να είναι το κοινό στοιχείο στον σχεδιασμό μιας εξοχικής κατοικίας, ενός κέντρου εκπαίδευσης και αθλητισμού, και ενός αρχαιολογικού μουσείου;», συμπληρώνει.

Δίνοντας την απάντηση αναφέρει ότι τα τρία αυτά κτίρια χρησιμοποιούν το κενό ως αφετηρία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Έτσι το κενό μετατρέπεται σε αυλή, σε αλάνα και σε πλατεία ανάλογα με την θέση του στη συνολική σύνθεση και την λειτουργία. Ακολούθως εστιάζει στα τρία έργα και στο κοινό – κενό τους.

Η αυλή και τα δομικά στοιχεία που διαμορφώνουν το κτίριο.
Όπως λέει, η χωρική μεταφορά της αυλής αφορά μια εξοχική κατοικία στην απόληξη μιας μικρής χερσονήσου στην Αντίπαρο. Βορειοδυτικά βρίσκεται η κορυφή του Προφήτη Ηλία, στην ανατολή το βλέμμα ατενίζει την θάλασσα και προς το νότο ξεπροβάλλει το νησί της Ίου. «Στο τοπίο των Κυκλάδων πρωταρχικά στοιχεία όπως ο ήλιος, ο αέρας και οι μυρωδιές, διαμορφώνουν την μοναδική εμπειρία κατοίκησης με βασική επιδίωξη την ηδονική επαφή με τη φύση. Σε αυτή την περίπτωση το κενό λειτουργεί ως φίλτρο μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού χώρου. Ένας υπαίθριος, ενδιάμεσος χώρος χαλάρωσης και αναψυχής όπου τα φυσικά στοιχεία συνυπάρχουν με τα δομικά στοιχεία, και μαζί διαμορφώνουν το ίδιο το κτίριο».

«Μέσα στην αυλή διατηρείται ένας φυσικός σχηματισμός βράχων και μια αιωνόβια αγριελιά που υπήρχε εκεί από πάντα. Τα στοιχεία της σύνθεσης αρχίζουν σιγά σιγά να ορίζονται, με το τετράγωνο κενό να μετατρέπεται σε μια φιλόξενη μικρογραφία του τοπίου, αφήνοντας ελεύθερο και αναλλοίωτο το φυσικό έδαφος. Περιμετρικά του κενού αναπτύσσονται οι στεγασμένοι διάδρομοι που οδηγούν άλλοτε στο καθιστικό, άλλοτε στα υπνοδωμάτια και άλλοτε στους ξενώνες, καταλήγοντας πάντα στον χώρο όπου βρίσκεται η πισίνα και η ανοιχτή θέα προς την θάλασσα».



Κατά τον Γιώργο Τσολάκη το μέγεθος της αυλής αποτελεί την βασική δομική μονάδα, η οποία καθορίζει την συνολική έκταση και κλίμακα του κτιρίου. Η κλίμακα του κενού της αυλής επηρεάζει την σύνθεση. Μέσα από πολλαπλασιασμούς και υποδιαιρέσεις του αρχικού τετραγώνου διαμορφώνονται τα επιμέρους μεγέθη των αρχιτεκτονικών στοιχείων του κτιρίου. Ενώ η σύνθεση έχει ως επίκεντρο το κενό, αυτό παραμένει καλά κρυμμένο από τον εξωτερικό κόσμο, τονίζοντας περισσότερο τον ιδιωτικό του χαρακτήρα και την ανάγκη των κατοίκων για προστασία και ηρεμία.


Η αλάνα

Στη συνέχεια αναφέρεται στη χωρική μεταφορά της αλάνας, όπου αφορά ένα εκπαιδευτικό και αθλητικό κέντρο για παιδιά και εφήβους στην περιοχή του Ρέντη, σε μια πυκνοδομημένη αστική περιοχή όπου συνυπάρχουν ογκώδη βιομηχανικά κτίρια και κατοικίες. «Σε αυτή την περιοχή παρατηρούμε πως ανάμεσα από τα δομημένα οικόπεδα, υπάρχουν άκτιστες επιφάνειες, αστικά κενά. Αυτά τα αστικά κενά είναι οι αλάνες των παιδικών μας χρόνων. Ένα τυχαία άκτιστο οικόπεδο, σχετικά ευρύ, που χρησιμοποιείται από τους κατοίκους της γειτονιάς, αποκτά νόημα λόγω της χρήσης του ως χώρος παιχνιδιού και κοινωνικοποίησης. Η ύπαρξη του σώματος ξαφνικά δίνει νόημα σε αυτόν τον κενό χώρο».
Στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με τα σπίτια στην Αντίπαρο, το γραφείο του Γ. Τσολάκη ακολούθησε μία διαφορετική διαδικασία. Η πυκνότητα της περιοχής και η ανάγκη για προστασία των παιδιών, ώθησε καταρχάς σε ένα εσωστρεφές και συμπαγές ογκοπλαστικό από το οποίο αφαιρούνται τμήματα. Η συνύπαρξη υπαίθριων χώρων παιχνιδιού και κλειστών αιθουσών δημιουργούν ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα κενού και πλήρες που συνάδει με την παιδική αντίληψη του χώρου και της κλίμακας.

Η αλάνα ως χώρος παιχνιδιού

Μέσα στον συμπαγή όγκο πρωταγωνιστεί ένα κενό, η κεντρική αλάνα. Επιμέρους κενά διαπερνούν τον κτισμένο χώρο και δημιουργούν αίθρια, κήπους, κερκίδες, γήπεδα και αυλές. Ο όγκος διαβρώνεται από τα κενά με σκοπό να δημιουργηθούν υπαίθριοι χώροι διαφορετικού χαρακτήρα.


Επαναφέροντας την αίσθηση της γειτονιάς

Αυτή η ποικιλομορφία προσπαθεί να επαναφέρει την αίσθηση της γειτονιάς, όπου το παιχνίδι δεν περιοριζόταν μόνο στο χώρο της αλάνας αλλά επεκτεινόταν ανάμεσα στις αυλές σπιτιών και στα παρακείμενα στενά, δημιουργώντας ένα δαιδαλώδες δίκτυο, που εμπεριέχει την αίσθηση της παιδικής περιέργειας και εξερεύνησης.

Η εναλλαγή κενών και δραστηριοτήτων στην πορώδη ογκοπλασία

Εξερεύνηση και μάθηση εντός της αλάνας

Παιχνίδι και ελευθερία κινήσεων

Διαδράσεις και οπτικές φυγές εντός της πορόδους ογκοπλασίας

Ο εσωστρεφής χαρακτήρας του κτιρίου είναι εμφανής από το επίπεδο του δρόμου. Εισερχόμενοι όμως σε αυτό ανακαλύπτει κανείς έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Ένα πλατύ, ελεύθερο δάπεδο, ιδανικό για παιχνίδι, φιλοξενεί μια πληθώρα από πιθανές δραστηριότητες οι οποίες καθορίζονται από το κενό που εμφανίζεται στην οροφή. Η εναλλαγή φωτός και σκιάς φιλτράρει τον χώρο και δημιουργεί σημεία αναφοράς τα οποία τονίζουν τον διαβρωμένο όγκο. Γύρω από την αλάνα αναπτύσσονται οργανικά οι εσωτερικοί χώροι, οι οποίοι στεγάζουν αίθουσες εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εργαστήρια και χώρους αναψυχής.

Εναλλαγή όγκων και δραστηριοτήτων

Η αλάνα επεκτείνεται στον όροφο μέσω ραμπών, κλιμακοστασίων και κερκίδων. Έτσι αναπτύσσεται ένα τρισδιάστατο και διαδραστικό πεδίο παιχνιδιού και το συμπαγές πλήρες μετατρέπεται ξαφνικά σε πορώδες. Μικροί και μεγάλοι ορθογώνιοι όγκοι εναλλάσσονται μεταξύ τους και δημιουργούν διαφορετικού μεγέθους κενά και πλήρη.

Η ογκοπλασία ως προστατευτικό περίβλημα

Το κένο σε αυτήν την περίπτωση αποτέλεσε το μεθοδολογικό εργαλείο σχεδιασμού που συνδυάζει την ξέγνοιαστη δημιουργική ελευθερία της αλάνας, την εκπαιδευτική οργάνωση της σχολικής αυλής και την προστασία του οικογενειακού κήπου.


Η πλατεία και το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
Η χωρική μεταφορά της πλατείας αφορά το σχεδιασμό για το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας στην Ακαδημία Πλάτωνος, σε ένα «αστικό κενό» υπερτοπικής σημασίας. Η ύπαρξη των ευρημάτων του Γυμνασίου της Ακαδημίας, καθορίζει τον χαρακτήρα του χώρου. Ένας χώρος μνήμης και ιστορίας. Τα περιβάλλοντα οικοδομικά τετράγωνα περικλείουν μια «μυστική» αυλή γεμάτη εκπλήξεις. Ανάμεσα από την πυκνή φύτευση εμφανίζονται αρχαιολογικές ανασκαφές, οι οποίες συνθέτουν έναν μοναδικό χώρο φύσης και ιστορίας. Η περιοχή μελέτης του Μουσείου χωροθετείται στο βορειοδυτικό άκρο, αντιδιαμετρικά από τον αρχαιολογικό χώρο του Γυμνασίου, δίπλα στην Ιερή Οικία. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές από την μια πλευρά του άλσους, και το νέο μουσείο από την άλλη, διαμορφώνουν ένα νέο δίπολο, ενός ανοιχτού δημόσιου χώρου συγκέντρωσης, μιας πλατείας δηλαδή, και ενός αρχαιολογικού άλσους, κατά τα όσα αναφέρει ο αρχιτέκτονας.

H πλατεία οριοθετείται από τη δυναμική της πόλης

Η οριοθέτηση του κενού από τη δυναμική της πόλης
Στην Ακαδημία Πλάτωνος, το κενό οριοθετείται από την δυναμική της πόλης. Η πόλη και το άλσος αλληλοεπιδρούν νοητά στο κέντρο του οικοπέδου με την μορφή 4 νέων χαράξεων. Τέσσερις νέοι πεζόδρομοι δημιουργούν στην συμβολή τους έναν κόμβο που δρα άλλοτε ως κεντρομόλος δύναμη και άλλοτε ως φυγόκεντρος. Μια στροβιλοειδής κίνηση που ορίζει τον χώρο. Η συγκεκριμένη διάταξη θυμίζει την τυπολογία της αρχαίας αγοράς, όπου το κενό αποτελούσε τον αρχικό χώρο συγκέντρωσης και ανάγνωσης του χώρου, μοιράζοντας τις προσβάσεις στα υπόλοιπα κτίρια. Το κενό της πλατείας αποτελεί την αρχή της ανάπτυξης των κτιρίων, αντιστρέφοντας την τυπολογία του αρχαιοελληνικού περίπτερου ναού, και μετατρέποντας τον από εσωστρεφή σε εξωστρεφή χώρο. Το πτερό διασπάται σε τέσσερις στοές και το εσωτερικό μετατρέπεται από κλειστό ιερό άβατο σε έναν ανοιχτό δημόσιο χώρο.

Η ανάδυση από το έδαφος

Φτάνοντας στο κέντρο της πλατείας, οι κατασκευές που αναδύονται από το έδαφος αναδεικνύοντας την οργάνωση του χώρου. Οι προσβάσεις οδηγούν αντιδιαμετρικά σε δύο επίπεδα. Οι κτισμένοι χώροι αναπτύσσονται γύρω από το κέντρο και επιτρέπουν στους επισκέπτες να έχουν μια εικόνα του εσωτερικού και των εκθέσεων. Από τον άξονα βορρά-νότου προσεγγίζεται η επιφάνεια της πλατείας ενώ από τον άξονα ανατολής – δύσης ξεκινάει η διαδρομή προς το επίπεδο της κύριας εισόδου.
Το μουσείο αναπτύσσεται κυρίως κάτω από την επιφάνεια του πάρκου και μετασχηματίζεται αρμονικά σε ένα κτίριο-έδαφος. Το σχήμα του κενού, δηλαδή η πλατεία και το τοπίο, επηρεάζουν το έδαφος και αποτελούν τον βασικό πρωταγωνιστή του χώρου. Τα επικλινή δώματα αναδύονται ως φυσική συνέχεια του εδάφους, και σε συνδυασμό με τις νέες φυτεύσεις, επεκτείνουν, ενισχύουν και εμπλουτίζουν τις υπάρχουσες. Οι πολλαπλές αυλές και οι διαφορετικές θεάσεις του χώρου συνδέονται με το φυσικό στοιχείο και δημιουργούν νέες δυναμικές συνδέσεις μεταξύ του πάρκου και του μουσείου εμπλουτίζοντας ουσιαστικά την εμπειρία των επισκεπτών.


Πολλαπλές θεάσεις και δραστηριότητες

«Εξετάζοντας λοιπόν τρεις διαφορετικούς τόπους με τρεις διαφορετικούς κενούς χώρους με τις δικές τους ιδιαιτερότητες και χαρακτηριστικά, παρατηρούμε ότι το κάθε πλήρες αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα, καθώς προσδιορίζεται από διαφορετικό κτιριολογικό πρόγραμμα και απευθύνεται σε διαφορετικούς ανθρώπους. Όπως διαπιστώσαμε, το κενό μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για την επίλυση μιας αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Ανάλογα με την κλίμακα του έργου, μπορεί να καθορίσει το βασικό μέγεθος του πλήρους το οποίο θα επηρεάσει εν τέλει την δομή του κτιρίου και θα δημιουργήσει νέες σχέσεις μεταξύ του έξω και του έσω. Απλές γεωμετρικές πράξεις πρόσθεσης, αφαίρεσης, πολλαπλασιασμού και περιστροφής διαμορφώνουν τα επιμέρους στοιχεία. Τρείς προσεγγίσεις σύνθεσης μέσω γεωμετρικών πράξεων όπου αποδίδουν το δίκαιο μέτρο στο κάθε οικόπεδο.
Το κενό μπορεί με απλή πρόσθεση και επανάληψη να καθορίσει τον ρυθμό του κτιρίου, μπορεί να πλάσει τον όγκο του κτιρίου μέσω της αφαίρεσης, μπορεί να καθορίσει και να συνδέσει τα ετερόκλητα στοιχεία του χώρου και της πόλης μέσω διανυσματικών κινήσεων. Εκτός από την γεωμετρία όμως, το κενό επηρεάζει πολλαπλά το πλήρες. Ο εκάστοτε μετασχηματισμός του κενού αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο την ιδιωτικότητα σε κάθε κτίριο. Το κενό της αυλής είναι κρυφό και εσωστρεφές, τονίζοντας τον ιδιωτικό χαρακτήρα της κατοικίας», αναφέρει ο Γιώργος Τσολάκης. Το κενό της αλάνας εμφανίζει ενιαίους αλλά και ταυτόχρονα διασπασμένους υπαίθριους χώρους μέσα σε ένα προστατευμένο περίβλημα. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούνται διαφορετικές καταστάσεις ιδιωτικότητας, εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης.

Ο ιδιωτικός χώρος της αυλής

Και τέλος το κενό στην πλατεία του Μουσείου δημιουργεί ένα δημόσιο χώρο, προβάλλοντας τους εσωτερικούς χώρους των εκθέσεων στους επισκέπτες και στην πόλη. Οι αρχές σχεδιασμού του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου προβάλλουν το όραμα της Αθήνας του μέλλοντος. Μιας πόλης που σχετίζει τις κτιριακές υποδομές με το φυσικό έδαφος και το τοπίο, μιας πόλης που σέβεται, αναδεικνύει και συνυπάρχει αρμονικά με την φύση και την ιστορία της, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους πολίτες της.

Η πλατεία ως δημόσιος χώρος

Κενό και πλήρες λοιπόν μπορεί να είναι δύο αντίθετες έννοιες σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα, αλλά τελικά συνεργάζονται για να δημιουργήσουν ένα αρμονικό σύνολο που αναφέρεται στο τοπίο και στον κάτοικο, στη γειτονιά και στα παιδιά, στην πόλη και στον πολιτισμό της.

Καταλήγει λέγοντας ότι συμπερασματικά το κενό, με άλλα λόγια το άκτιστο, αποκτά τον ίδιο βαθμό σημασίας με το κτισμένο. Το έξω επηρεάζει το έσω και αντίστροφα, καθορίζοντας την δομή του κτιρίου και φέρνοντας σε δευτερεύοντα ρόλο την αγωνία μας για την μορφή.


RELATED ARTICLES