Η Ελλάδα είναι μια χώρα που τα πράγματα συμβαίνουν συχνά αυτοσχέδια — αυτό που θα έλεγε κανείς ιδιοσυγκρασιακά. Το κτήριο στο οποίο εστιάζει ετούτο το κείμενο, τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στην καρδιά της Αθήνας, αποτελεί, εν τη γεννήσει του, εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα και γι’ αυτό τον επιβεβαιώνει περίτρανα. Αυτή είναι μια ιστορία για τους εκτοπισμένους και τις εκτοπισμένες, για την κατοικία ως ρήμα, και για τη ζωτική ανάγκη του ανθρώπου να υπάρχει σε σύνδεση με την κοινωνία· που πάει να πει, ελεύθερα.
-από την Μελίνα Αρβανίτη-Πολλάτου
Τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας μπορούν να διαβαστούν ταυτόχρονα ως αρχιτεκτονικό τεκμήριο του ελληνικού μοντερνισμού, ως βιωμένο τοπίο προσφυγικής μνήμης και ως σύγχρονος κοινός τόπος διεκδίκησης, όπου η πολιτιστική κληρονομιά, η κατοίκηση και το δικαίωμα στην πόλη εξακολουθούν να επαναδιαπραγματεύονται καθημερινά και αδιάκοπα.
Το εν λόγω συγκρότημα αποτελεί το σημαντικότερο σωζόμενο παράδειγμα οργανωμένης προσφυγικής κατοικίας του ελληνικού Μεσοπολέμου και συγχρόνως ένα από τα εμβληματικότερα έργα της πρώιμης εγχώριας μοντέρνας αρχιτεκτονικής κληρονομίας. Κατασκευασμένο μεταξύ 1933 και 1935, από τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι (1905–1978) και τον πολιτικό μηχανικό Δημήτριο Κυριακό (1881–1971), στελέχη της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πρόνοιας, το έργο εντάχθηκε στο ευρύτερο κρατικό πρόγραμμα αποκατάστασης των περίπου 1,2 εκατομμυρίων προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τη Σύμβαση της Λωζάννης (1923), όταν η στεγαστική κρίση στην Αθήνα κατέστη κεντρικό κοινωνικό και πολεοδομικό ζήτημα.
Η υλοποίηση του συγκροτήματος των Προσφυγικών στη λεοφώρο Αλεξάνδρας αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη συστηματική προσπάθεια του ελληνικού κράτους για κοινωνική κατοικία με βάση τις αρχές της Neues Bauen (Νέα Δόμηση) που διαδόθηκε μέσω της διδασκαλίας του γερμανικού Bauhaus.
Οκτώ γραμμικά πρίσματα, τοποθετημένα μεταξύ τους παράλληλα, διαμορφώνουν το συγκρότημα πολυκατοικιών χαμηλής δόμησης των Προσφυγικών της Λεοφώρου Αλεξάνδρας με συνολική χωριτικότητα 228 διαμερισμάτων. Οι λιτές όψεις χωρίς διακοσμητικά στοιχεία, η αυστηρή γεωμετρία των όγκων, η τυποποίηση της κάτοψης, καθώς και η έμφαση στον φυσικό φωτισμό και αερισμό, επιβεβαιώνουν μια μοντέρνα αρχιτεκτονική προσέγγιση, εστιασμένη στη λειτουργικότητα, που όμως, όπως αναφέρει ο Σταύρος Σταυρίδης στο ‘Common Space: The City as Commons’, σε κοινωνικό επίπεδο δεν ήταν παρά ένας τόπος όπου οι πρόσφυγες θα απομονώνονταν.
Χωρίς πρόβλεψη σύνδεσης με τον περιβάλλοντα αστικό ιστό και αδιαμόρφωτους υπαίθριους χώρους, δίχως συγκεκριμένες χρήσεις και φύτευση, το συγκρότημα της λεωφόρου Αλεξάνδρας θα είχε μείνει μια στείρα αρχιτεκτονική αν δεν είχε οικειοποιηθεί από τους κατοίκους του.
“Οι περισσότερες κατοικίες του υπογείου επεκτείνονταν σε μικρές ιδιωτικές αυλές, οι οποίες είτε οριοθετούνταν από χαμηλούς τοίχους και φράχτες είτε εντάσσονταν σε έναν κοινόχρηστο υπαίθριο χώρο. Στη δεύτερη περίπτωση, οι ιδιωτικές και οι δημόσιες χρήσεις δεν διαχωρίζονταν με σαφήνεια. Οι επισκέψεις, τα μικρά γλέντια και οι καθημερινές συναντήσεις μεταξύ των γειτόνων ύφαιναν τον κοινωνικό ιστό ενός ποικιλόμορφου και διαπερατού αστικού περιβάλλοντος.
Οι ταράτσες, όπου βρίσκονταν οι κοινόχρηστοι χώροι πλυντηρίων, μετατρέπονταν σε μικροσκοπικές σκηνές καθημερινής θεατρικότητας, όπου συναντιούνταν κυρίως οι γυναίκες. Τον χειμώνα, τα κλιμακοστάσια μεταμορφώνονταν σε θορυβώδεις χώρους παιχνιδιού, απόλυτα ενταγμένους στη ζωή των κτιρίων. Το «πάθος του αυτοσχεδιασμού», το οποίο ο Walter Benjamin είχε εντοπίσει στη προπολεμική Νάπολη, χαρακτήριζε τις δραστηριότητες των κατοίκων, οι οποίοι επέδειξαν αξιοσημείωτη εφευρετικότητα στον τρόπο με τον οποίο κατοικούσαν τα τυποποιημένα και ελάχιστων διαστάσεων σπίτια τους.
Ο αυτοσχεδιασμός φαινόταν να εκφράζει την ικανότητά τους να οικειοποιούνται συλλογικά τους μεταβατικούς χώρους-κατώφλια, μετατρέποντάς τους σε βιωμένους τόπους.”

Αυτή η καθημερινή, πηγαία και αυτοσχεδιαστική παραγωγή κι εφεύρεση της οικιακής ζωής των Προσφυγικών από τους ίδιους τους κατοίκους τους, φανερώνει ότι η μεγαλύτερη καινοτομία του συγκροτήματος δεν κρύβεται στην αρχιτεκτονική των κτηρίων που τον αποτελούν αλλά στους τρόπους και τις διαδικασίες που αυτά βιώθηκαν, μετασχηματίστηκαν και, τελικά, επανανοηματοδοτήθηκαν από τους χρήστες τους.
Η ιστορία των προσφυγικών της λεοφώρου Αλεξάνδρας φέρνει, εμφατικά, στο προσκήνιο την διάκριση ανάμεσα στην παραγωγή της κατοικίας και την παραγωγή της κατοίκησης: με τον πρώτο όρο να αφορά τον σχεδιασμό, την κατασκευή, την ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση του κτηρίου και τον δεύτερο τον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες οικειοποιούνται τον χώρο, τον προσαρμόζουν στις ανάγκες τους, συγκροτούν κοινωνικές σχέσεις και, τελικά, παράγουν μέσα από την καθημερινή τους ζωή αυτό που αποκαλούμε κατοίκηση.
Ο Βρετανός αρχιτέκτονας και πολεοδόμος John F. C. Turner υποστηρίζει ότι η αξία της κατοικίας δεν βρίσκεται πρωτίστως στο ίδιο το κτίριο αλλά στον βαθμό ελέγχου που ασκούν οι κάτοικοι πάνω στη ζωή τους μέσα σε αυτό. Μέσα από συστηματική έρευνα, κυρίως στις αυτοοργανωμένες γειτονιές της Λίμα στο Περού, ο Turner κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατοικία δεν είναι ένα τελικό αντικείμενο αλλά μια διαρκώς εξελισσόμενη διαδικασία -ένα ρήμα ενεργητικής φωνής- που παράγεται σε βάθος χρόνου από εκείνες κι εκείνους που την χρειάζονται, που την διεκδικούν, και τελικά της δίνουν υλική υπόσταση και μορφή.

Μέσα σε αυτή τη συλλογιστική, η αρχιτεκτονική των Προσφυγικών υπήρξε ριζοσπαστική τόσο ως κρατική κοινωνική κατοικία, σε μοντέρνο σχεδιασμό, όσο και ως αυτοσχέδια και από τα κάτω, συλλογική παραγωγή κατοίκησης.

Η γειτνίαση του συγκροτήματος με το κτήριο των φυλακών Αβέρωφ, που κατεδαφίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960, δημιούργησε αυτό που ο Σταυρίδης (2016) περιγράφει ως «κοινόχρηστες ετεροτοπίες», μια εργατική/προσφυγική συνοικία και μια φυλακή που συνδέθηκαν με χωρικές σχέσεις αλληλεγγύης.
“Οι κάτοικοι των γειτονικών κτιρίων του συγκροτήματος της λεωφόρου Αλεξάνδρας θυμούνται πώς φίλοι και συγγενείς συγκεντρώνονταν έξω από τον παρακείμενο τοίχο της φυλακής, επικοινωνώντας με τους κρατούμενους φωνάζοντας ή λαμβάνοντας σημειώματα. Θυμούνται επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, ανέβαιναν στις ταράτσες των πολυκατοικιών τους και κοιτούσαν προς την αυλή της φυλακής, προσπαθώντας να μάθουν νέα για τους φυλακισμένους αγωνιστές της Αντίστασης. Αφηγούνται ακόμη ιστορίες για νεαρά αγόρια και κορίτσια που, με αξιοσημείωτο θάρρος, πλησίαζαν τα ψηλά τείχη της φυλακής για να περισυλλέξουν τα μηνύματα που οι κρατούμενοι αγωνιστές πετούσαν από τα παράθυρα· συνήθως επρόκειτο για σημειώματα με τα οποία ενημέρωναν ότι επρόκειτο να εκτελεστούν το επόμενο πρωί. Και, βέβαια, κανείς δεν ξεχνά την εικόνα ενός μικρού μαύρου υφάσματος κρεμασμένου στο παράθυρο ενός κελιού, το οποίο δήλωνε ότι ένας από τους κρατουμένους του κελιού είχε εκτελεστεί εκείνη την ημέρα.
Μέσα από αυτές τις συλλογικές εμπειρίες, οι κάτοικοι των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας διαμόρφωσαν μια μορφή κρυφής αλληλεγγύης, συμμετέχοντας με τον δικό τους τρόπο στην Αντίσταση. Μια φαινομενικά αδύνατη όσμωση ανάμεσα στον χώρο της φυλακής και τους υπαίθριους χώρους του συγκροτήματος πραγματοποιήθηκε μέσα από πράξεις που, σε συμβολικό επίπεδο, διαπέρασαν το διαχωριστικό τείχος. Η αναγνωρίσιμη όσμωση ανάμεσα στις διαφορετικές οικογένειες, μέσα σε αυτή την περίοδο σιωπηρής αλληλεγγύης και αμοιβαίας βοήθειας, αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση ποιοτικά διαφορετικών κοινωνικών δεσμών, οι οποίοι χαρακτήρισαν την κοινότητα κατά τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής (1941–1944). Χάρη στην ενεργό συμμετοχή των κατοίκων του συγκροτήματος της Αλεξάνδρας, τα Προσφυγικά αποτέλεσαν τμήμα της ελεύθερης Αθήνας ήδη μήνες πριν από την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την πόλη, κατά την υποχώρησή τους.

Η αλληλεγγύη φαίνεται ότι μετέτρεψε τις ήδη οσμωτικές σχέσεις μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου σε αμοιβαία αναγνωρισμένες κοινές χρήσεις τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημόσιων χώρων, παράγοντας έτσι μεταστατικούς κοινούς χώρους (metastatic common spaces). Πολλοί κάτοικοι μοιράζονταν τα λιγοστά τρόφιμα της καθημερινότητάς τους, ενώ οι οικογένειες βοηθούσαν η μία την άλλη στη φροντίδα των παιδιών ή στο μαγείρεμα. Μέσα από μια εξαιρετικά επισφαλή κατάσταση και χάρη στην αυξανόμενη απήχηση του αριστερού αντιστασιακού κινήματος, αναπτύχθηκε στη συνοικία των προσφύγων μια κοινοτική κουλτούρα με διακριτό αστικό χαρακτήρα.”
Στα Δεκεμβριανά του 1944, μέλη του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) μάχονται με τα βρετανικά στρατεύματα προς υπεράσπιση του συγκροτήματος της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τα σημάδια από τις σφαίρες να παραμένουν ως ίχνη στο σώμα των κτηρίων μέχρι σήμερα.

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, κυβερνητικές εξαγγελίες για κατεδάφιση του συγκροτήματος και δημιουργία πάρκου στη θέση του οδηγούν σε σταδιακό μαρασμό της προσφυγικής κοινότητας και των δυναμικών και πολύμορφων τρόπων της να κατοικεί τον χώρο. Οι υβριδικοί κοινόχρηστοι χώροι, που άλλοτε λειτουργούσαν ως κατώφλια μεταξύ ιδιωτικής εκτόνωσης και δημόσιων συναναστροφών, απενεργοποιούνται και ο ανοιχτός χώρος, μεταξύ των κτηρίων, αντί να λειτουργήσει ως πάρκο μετατρέπεται σε άτυπο πάρκινγκ αυτοκινήτων για τους εργαζόμενους των γειτονικών υποδομών: του νοσοκομείου Άγιος Σάββας, του γηπέδου του Παναθηναϊκού, του δικαστικού μεγάρου, που ανεγέρθηκε στο χώρο των πρώην φυλακών Αβέρωφ, και της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών. Τα χρόνια που ακολούθησαν, μέσω απαλλοτριώσεων και σταδιακών αγορών, σημαντικό μέρος των διαμερισμάτων περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως να ακολουθήσει πρόγραμμα αποκατάστασης των κτηρίων.

Οι αρχές του 21ου αιώνα και της νέας χιλιετίας, βρίσκει μεν τον συνοικισμό των Προσφυγικών αποδεκατισμένο αλλά όχι ηττημένο. Μια μικρή αλλά δυναμική ομάδα εναπομείναντων κατοίκων και ακτιβιστών, συνασπίζει τις δυνάμεις της με αρχιτέκτονες και καθηγητές της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ, και μέσω δημόσιων παρεμβάσεων, διαδηλώσεων, εκθέσεων, συζητήσεων, και δράσεων διεκδικεί το δικαίωμα ύπαρξης των Προσφυγικών στη πόλη καθώς και την αναγνώριση της παραγωγής κατοίκησης του συνοικισμού ως κυρίαρχου “αντί-παραδείγματος στην οικιστική ιστορία της Αθήνας”.

Το 2012 συγκροτείται επίσημα η Συνέλευση Κατειλημμένων Προσφυγικών (ΣΥΚΑΠΡΟ), που οριοθετεί και υπερασπίζεται μια διαδικασία συλλογικής αυτοδιαχείρισης του συγκροτήματος από τα κάτω, όπου το μοντέλο της ατομικής κατοχής των διαμερισμάτων εγκαταλείπεται υπέρ μιας κοινοτικής μορφής οργάνωσης και διαβίωσης.

Ένα μικρό, εγκαταλελειμμένο καφενείο, το οποίο αποτελούσε σημείο συνάντησης του προσφυγικού συνοικισμού και της γειτονιάς, ανακατασκευάστηκε και επαναχρησιμοποιήθηκε ενώ, έκτοτε, αναπτύχθηκαν δομές υγείας, παιδικής φροντίδας, συλλογικής κουζίνας, φιλοξενίας συνοδών ασθενών του νοσοκομείου «Άγιος Σάββας» και άλλες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης που λειτουργούν ως παράδειγμα αστικών κοινών (urban commons) και αυτοοργανωμένης κατοίκησης.

“Όλες αυτές οι εορταστικές αλλά και παραδειγματικές δράσεις επιδίωξαν να αναζωογονήσουν έναν πορώδη κοινό χώρο. Επιδίωξαν να καταδείξουν ότι η ιστορία αυτών των κτιρίων τα έχει μετατρέψει σε δυνητικούς τόπους μιας οσμωτικής κοινής ζωής. Τα κλιμακοστάσια κλήθηκαν να γίνουν ξανά χώροι ζωής και καθημερινών, αυθόρμητων συναντήσεων. Τα παράθυρα μετατράπηκαν σε πόρτες, εγκαθιδρύοντας άμεση επικοινωνία ανάμεσα στα διαμερίσματα του ισογείου και τους υπαίθριους χώρους. Τα μπαλκόνια χρησιμοποιήθηκαν ως προσωρινά θεωρεία προς θεατρικά δρώμενα στον δημόσιο χώρο· μπαλκόνια που, ταυτόχρονα, λειτουργούν ως μικροσκοπικές σκηνές της ατομικότητας, διαφοροποιώντας την ομοιόμορφη όψη των αρχιτεκτονικών προσόψεων,” γράφει ο Σταύρος Σταυρίδης περιγράφοντας το διήμερο φεστιβάλ που ενεργοποίησε ξανά τα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας το μακρινό 2003.
Μετά τον οριστικό χαρακτηρισμό του συγκροτήματος ως διατηρητέου ιστορικού μνημείου, από το 2020 κι έπειτα η αντιπαράθεση μετατοπίστηκε από τη διάσωση των κτηριακών δομών στον τρόπο αποκατάστασής τους.
Το 2025 υπογράφηκε προγραμματική σύμβαση μεταξύ της Περιφέρειας Αττικής, του Υπουργείου Πολιτισμού και της ΔΥΠΑ για έργο αποκατάστασης, χρηματοδοτούμενο από το ΠΕΠ Αττικής 2021–2027, το οποίο προβλέπει την ανακαίνιση του συγκροτήματος και τη μετατροπή του σε κοινωνική κατοικία και ξενώνα συνοδών ασθενών. Η Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών αντιτάχθηκε στο σχέδιο, υποστηρίζοντας ότι οδηγεί στην εκκένωση της υφιστάμενης κοινότητας και στην κατάργηση των ήδη λειτουργούντων κοινωνικών δομών, προτείνοντας αντ’ αυτού ένα μοντέλο συμμετοχικής αποκατάστασης με τη συνεργασία αρχιτεκτόνων και μηχανικών.
Πριν από λίγους μήνες, η απεργία πείνας του κατοίκου των προσφυγικών Αριστοτέλη Χαντζή, με αίτημα την ακύρωση της προγραμματικής σύμβασης και τη διασφάλιση της παραμονής των κατοίκων στο συγκρότημα, υπενθύμισε την αποφασιστικότητα και την επιμονή μιας ιστορικής κοινότητας να διεκδικεί την παρουσία της στην πόλη με τους όρους που θέτει στο ‘From Critical Urban Theory to the Right to the City’ (2009) ο Peter Marcuse: όχι μέσα από περιορισμένη πρόσβαση σε μια κατοικία ή σε ορισμένες αστικές υπηρεσίες αλλά μέσα από το δικαίωμα των κατοίκων να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του ίδιου του αστικού χώρου και των κοινωνικών σχέσεων που τον συγκροτούν.

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση της σύγκρουσης γύρω από τα Προσφυγικά που δεν εξαντλείται στο αν τα κτίρια θα ανακαινιστούν ή όχι αλλά στο ποιοι εξουσιοδοτούνται να αποφασίζουν για το μέλλον τους και για τους τρόπους με τους οποίους θα κατοικηθούν τελικά. Από τη μία πλευρά, το κράτος αντιμετωπίζει το συγκρότημα ως δημόσια περιουσία που χρήζει αρχιτεκτονικής αποκατάστασης και από την άλλη η κοινότητα αντιλαμβάνεται τα Προσφυγικά ως έναν ζωντανό οργανισμό, του οποίου η αξία δεν εξαντλείται στην υλική υπόσταση των κτιρίων που τον στεγάζουν, αλλά εδράζεται, κυρίως, στις σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί μέσα σε αυτά.

Υπό αυτό το πρίσμα, καθίσταται εμφανές ότι η σύγκρουση δεν είναι μόνο πολεοδομική ή ιδιοκτησιακή αλλά αμιγώς πολιτική με διακύβευμα το τι σημαίνει κατοικία: ένα ολοκληρωμένο αντικείμενο που σχεδιάζεται, αποκαθίσταται και διαχειρίζεται από τους θεσμούς ή μια ανοιχτή κοινωνική διαδικασία που συγκροτείται καθημερινά από τους ανθρώπους που κατοικούν μέσα της.

Η απάντηση βρίσκεται, φυσικά, στη συνύπαρξη που για να επιτευχθεί χρειάζεται αμοιβαίο σεβασμό, κατανόηση, συντονισμό θεωρίας και πράξης, και συνειδητοποίηση των απαρχών της σύγκρουσης. Οι τρόποι παραγωγής κατοίκησης και δημόσιου χώρου στα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας υφαίνουν μια διακεκομμένη γραμμή απρόοπτων, αυτοσχεδιαστικών μικρό-συμβάντων που τρυπώνουν και διαρρηγνύουν την ιστορική συνέχεια μιας εθνικής και από τα πάνω αφήγησης για το τι σημαίνει ιδιωτική κατοικία, δημόσιος χώρος, δημόσια σφαίρα, αλλά και για το τι σημαίνει, τελικά, οικογένεια.
Στο βιβλίο ‘Να καταργήσουμε την οικογένεια’ (2022), η Βρετανο-Γερμανίδα συγγραφέας, ανεξάρτητη θεωρητικός και φεμινίστρια ερευνήτρια Sophie Lewis, ασκεί κριτική στην πυρηνική οικογένεια ως θεσμό που οργανώνει την αναπαραγωγή της ιδιοκτησίας, της αποκλειστικότητας και της κοινωνικής ανισότητας, προτείνοντας την διεύρυνση της συγγένειας πέρα από τη βιολογική καταγωγή, προς μορφές κοινής ζωής που συγκροτούνται μέσα από την αμοιβαία φροντίδα, την ευθύνη και την ελεύθερη συνύπαρξη. Η πρόταση αυτή συνομιλεί άμεσα με την έννοια της κουίρ συγγένειας (queer kinship), όπου η οικογένεια ορίζεται ως ένα ανοιχτό δίκτυο σχέσεων που συγκροτείται μέσα από την καθημερινή πρακτική της φροντίδας. Το «κουίρ» εδώ λειτουργεί ως μια ριζική αμφισβήτηση κάθε κανονιστικής σύνδεσης και μια νέα αντίληψη της συγγένειας που παράγεται μέσα από την κοινή ζωή και όχι μέσα από το αίμα.
Η κοινότητα των Κατειλημμένων Προσφυγικών μπορεί να ιδωθεί ως μια τέτοια μορφή συγγενικής συνύπαρξης που βασίζεται σε σχέσεις που δεν θεμελιώνονται στην οικογένεια, στην ιδιοκτησία ή στη βιολογική καταγωγή, αλλά στην κοινή εργασία, στη συλλογική λήψη αποφάσεων, στη φιλοξενία, στη φροντίδα των ευάλωτων και στην αμοιβαία ευθύνη απέναντι στους άλλους.
Ριζώνοντας στη σκέψη της Αμερικανίδας συγγραφέως, θεωρητικού, και φεμινίστριας bell hooks, όπως αυτή ξεδιπλώνεται στο ‘Belonging: A Culture of Place’ (2009), το ανήκειν δεν είναι αποτέλεσμα της ιδιοκτησίας ενός τόπου αλλά της σχέσης που αναπτύσσουμε μαζί του και με τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Η κοινότητα δεν είναι κάτι που κληρονομείται ούτε κάτι που αγοράζεται· οικοδομείται μέσα από πρακτικές φροντίδας, αμοιβαιότητας και συμμετοχής. Το να ανήκεις σε έναν τόπο σημαίνει να συμμετέχεις στη ζωή του, να αναλαμβάνεις ευθύνη γι’ αυτόν και να αναγνωρίζεσαι ως μέρος μιας συλλογικότητας που παραμένει ανοιχτή στην ετερότητα.
Έτσι, μέσα από τη σκέψη της hooks κατανοούμε ότι το πραγματικό αντίθετο της ιδιοκτησίας είναι ουσιαστικά το ανήκειν.
Εκεί όπου η ιδιοκτησία αποκλείει, το ανήκειν προσκαλεί. Εκεί όπου η ιδιοκτησία ορίζει σύνορα, το ανήκειν οικοδομεί σχέσεις. Και εκεί όπου η ιδιοκτησία θεμελιώνει την ασφάλεια στην κατοχή, το ανήκειν τη θεμελιώνει στην αμοιβαία φροντίδα.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Όχι μόνο ότι αποτελούν ένα εμβληματικό έργο της πρώιμης ελληνικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής ή ένα ζωντανό μνημείο της προσφυγικής μνήμης, αλλά ότι εξακολουθούν να λειτουργούν ως ένα εργαστήριο διαφορετικών μορφών κοινωνικής ζωής. Από την κρατική κοινωνική κατοικία στη συλλογική αυτοδιαχείριση, από την ιδιοκτησία στα αστικά κοινά, από την οικογένεια του αίματος στην οικογένεια της επιλογής, τα Προσφυγικά μάς καλούν να επανεξετάσουμε όχι μόνο το τι σημαίνει να κατοικείς, αλλά και το τι σημαίνει να συν-υπάρχεις και να συν-υφίστασαι.
Ίσως, τελικά, η πιο ουσιαστική διεκδίκηση της κοινότητας να μην είναι το δικαίωμα σε ένα κτίριο, αλλά το δικαίωμα να παραμένει δυνατή η δημιουργία κόσμων όπου οι άνθρωποι δεν συνδέονται επειδή εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο, αλλά επειδή επιλέγουν να ζουν μαζί και όχι χωριστά.

Βιβλιογραφία
Καρδαμίτση-Αδάμη, Μ. (2006) Η αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα. Αθήνα: Μέλισσα.
Φιλιππίδης, Δ. (1984) Νεοελληνική Αρχιτεκτονική. Αθήνα: Μέλισσα.
Tzonis, A. and Lefaivre, L. (1985) Greek Architecture. London: Thames & Hudson.
Stavrides, S. (2016) Common Space: The City as Commons. London: Zed Books.
Turner, J.F.C. and Fichter, R. (eds.) (1972) Freedom to Build: Dweller Control of the Housing Process. New York: Macmillan.
Marcuse, P. (2009) ‘From Critical Urban Theory to the Right to the City’, City: Analysis of Urban Change, Theory, Action, 13(2–3), pp. 185–197.
Lewis, S. (2022) Να καταργήσουμε την οικογένεια. Αθήνα: Ακυβέρνητες Πολιτείες.
hooks, b. (2009) Belonging: A Culture of Place. New York: Routledge.


