Με επτά έργα του να έχουν ανακηρυχθεί Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ο αρχιτέκτονας Αντόνι Γκαουντί έπλασε με τα ίδια του τα χέρια τη φυσιογνωμία μιας πόλης-σύμβολο όπως η Βαρκελώνη. Με αφορμή την επέτειο της συμπλήρωσης 100 χρόνων από τον άδοξο θάνατο του σχεδόν θρυλικού αρχιτέκτονα, η οποία συνέπεσε με τους εορτασμούς για την ολοκλήρωση του κεντρικού πύργου της Sagrada Família, ενός από τα πλέον αναγνωρίσιμα κτήρια στον πλανήτη, ο αρχιτέκτονας και αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Νεότερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ, Κώστας Τσιαμπάος, μοιράζεται με τους αναγνώστες του Archisearch μια σειρά από παραλληλισμούς και σκέψεις για την αρχιτεκτονική – του Γκαουντί μα όχι μόνο – ως υπαρξιακό έδαφος πάνω στο οποίο εξελίσσεται το ήδη υπάρχον και, ενδεχομένως, αποκτά νόημα η ζωή.
I
Στην ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι Επάγγελμα: ρεπόρτερ (1975) η πρώτη φορά που ο πρωταγωνιστής ρεπόρτερ (Τσακ Νίκολσον) διασταυρώνεται με την πρωταγωνίστρια φοιτήτρια αρχιτεκτονικής (Μαρία Σνάιντερ) είναι μπροστά από το Brunswick Centre, στο Λονδίνο, μια καλοκαιρινή μέρα. Αν και ανταλλάσουν μόνο βλέμματα, ως ξένοι, και όχι λόγια, η ψυχρή γεωμετρία του μπρουταλιστικού συγκροτήματος λειτουργεί σαν ουδέτερο φόντο που πλαισιώνει και προοικονομεί τη δεύτερη συνάντησή τους, λίγο καιρό μετά.
Το φόντο για τη δεύτερη συνάντησή τους είναι μια τελείως άλλη αρχιτεκτονική: έχοντας βρεθεί στη Βαρκελώνη και προσπαθώντας να ξεφύγει από κάποιον που τον παρακολουθεί, ο ρεπόρτερ βρίσκει καταφύγιο σε ένα παλιό κτίριο. Είναι το Palau Güell του Αντόνι Γκαουντί. Εκεί, είναι που θα δει, για δεύτερη φορά, το “κορίτσι” (δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα της) που, όπως και στην πρώτη σκηνή συνάντησης, κάθεται σε ένα παγκάκι προσηλωμένη στο βιβλιαράκι που κρατάει στα χέρια της.
“Τι είναι εδώ, ξέρεις;”, τη ρωτάει. “Μπήκα τυχαία”.
“Aυτό το έχτισε κάποιος που τον χτύπησε ένα λεωφορείο”, του απαντάει.

Η τρίτη συνάντησή τους θα γίνει στην ταράτσα της Casa Milà. Εκεί, ο ρεπόρτερ θα ζητήσει τη βοήθεια της φοιτήτριας για να αποδράσει από την πόλη. Η έκκληση για βοήθεια θα αποτελέσει και την αρχή μιας συνεργασίας που γρήγορα θα εξελιχθεί σε σχέση. Μαζί φεύγουν από τη Βαρκελώνη, με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο, χωρίς σαφή προορισμό. Στη διάρκεια της διαδρομής, η βασική απορία του κοριτσιού επανέρχεται:
“Από τι θέλεις να ξεφύγεις;”, τον ρωτάει.
“Γύρνα την πλάτη στο μπροστά κάθισμα”, της λέει.
Το κορίτσι γονατίζει στο πίσω κάθισμα του ανοιχτού αυτοκινήτου, με την πλάτη στον οδηγό. Ανοίγει τα χέρια και κοιτάζει πίσω, σαν τον “Angelus Novus” του Paul Klee. Η λωρίδα της ασφάλτου ξετυλίγεται προοπτικά με αντίθετη της κίνησης φορά. Οι δεντροστοιχίες εκατέρωθεν του δρόμου απομακρύνονται με ταχύτητα.

II
Στις 31 Δεκεμβρίου 1881 η “Πνευματική Ένωση των Πιστών του Αγίου Ιωσήφ” αγοράζει το οικόπεδο έκτασης 13 στρεμμάτων στην πρώην πόλη Sant Martí de Provençals (σημερινή περιοχή Eixample της Βαρκελώνης), για την ανέγερση ναού. Αρχικά, αναθέτουν τη μελέτη στον αρχιτέκτονα της επισκοπής Francisco de Paula del Villar. Ωστόσο, λόγω διαφωνιών, επιλέγουν ως αντικαταστάτη έναν νέο, πολλά υποσχόμενο αρχιτέκτονα, τον Αντόνι Γκαουντί. Ο Γκαουντί, που ακόμα δεν είχε υλοποιήσει τα έργα που θα τον έκαναν διάσημο, αρχίζει τη μελέτη του ναού της Sagrada Família το 1883.

Η Sagrada Família θα εξελιχθεί στο σημαντικότερο έργο του Γκαουντί· ένα έργο ζωής με το οποίο θα ασχοληθεί αποκλειστικά από το 1914 και μετά, έως τον θάνατο του το 1926.


Ο Γκαουντί είχε φροντίσει να στήσει μια ομάδα νέων αρχιτεκτόνων και ένας από αυτούς, ο Domènec Sugrañes, αναλαμβάνει το έργο μετά το 1926. Η κατασκευή εξελίσσεται αργά και το 1936, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, ο ναός υφίσταται βανδαλισμούς· τα πρωτότυπα σχέδια καίγονται και οι γύψινες μακέτες εργασίας καταστρέφονται. Το 1939 o Francesc de Paula Quintana αναλαμβάνει τη διαχείριση του εργοταξίου, το οποίο καταφέρνει να συνεχίσει τη λειτουργία του χάρη στο υλικό που διασώθηκε από το εργαστήριο του Γκαουντί, τα ήδη δημοσιευμένα σχέδια και τις παλιές φωτογραφίες.

Ο Γκαουντί είχε δύο κύριες πηγές έμπνευσης στον σχεδιασμό του ναού: τη χριστιανική θρησκεία και τη φύση.

Από τη μία, τα κείμενα των Ιερών Γραφών, η δογματική των Βενεδικτίνων Μοναχών, οι βίοι των αγίων και οι παραδοσιακές λατρευτικές πρακτικές ήταν καθοριστικές για τη γενικότερη οργάνωση της αρχιτεκτονικής σε κάτοψη, τομή και όψη. Από την άλλη, η φύση την οποία παρατηρούσε και θαύμαζε ο αρχιτέκτονας από παιδί, αποτέλεσε κατασκευαστικό και αισθητικό πρότυπο και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για σχεδιαστικές μορφές και οικοδομικές λεπτομέρειες. Η Φύση, ως Θείο δημιούργημα, ήταν το παράδειγμα το οποίο θα έπρεπε να ακολουθήσει ένα τέτοιο έργο που εξυμνούσε τον Δημιουργό του.

Η κατασκευή του ναού βασίστηκε σε ένα σύμμεικτο σύστημα όπου πέτρινα και μπετονένια γραμμικά στοιχεία φέρουν μπετονένιες και τούβλινες θολωτές κατασκευές. Για τα κυρίως κλίτη, ο Γκαουντί αναζήτησε μια στατική δομή που θα του επέτρεπε να αποφύγει τη χρήση των παραδοσιακών επίστεγων αντηρίδων της γοτθικής αρχιτεκτονικής. Έτσι, συνέλαβε την ιδέα για ελαφρώς κεκλιμένους κίονες σε μορφή δέντρων που διακλαδώνονται σε διαφορετικά ύψη για να στηρίξουν τα σταυροθόλια και τις στέγες του κύριου κλίτους και των έξι κεντρικών πύργων. Δομοστατικές επιλύσεις που είναι πρωτοποριακές αλλά και σε συμφωνία με τις ραδινές και τεταμένες μορφές της γοτθικής αρχιτεκτονικής. Επιπλέον, για να μειώσει τα φερόμενα φορτία και ταυτόχρονα να φωτίσει τον χώρο, ο Γκαουντί άφησε φωταγωγούς μεταξύ των κιόνων. Γενικότερα, η ιδέα του Γκαουντί ήταν το εσωτερικό του Ναού να μοιάζει με ένα πετρωμένο δάσος, ενισχύοντας την υπερβατική εμπειρία ενός κατεξοχήν πνευματικού χώρου.

Όπως σε κάθε γοτθικό ναό, έτσι και στη Sagrada Família ο διάκοσμος, στην κλίμακα του ανθρώπου, μεταφέρει το συμβολικό φορτίο και κάνει το σύνολο να μιλά και να πάλλεται: από το κυπαρίσσι της πρόσοψης, στη σκηνή της Γέννησης, τους καρπούς, τα στάχυα και τα σταφύλια, μέχρι τα γλυπτά και τις υδρορρόες με τις ζωϊκές μορφές (πάπιες, αετοί, σαλιγκάρια, σαύρες, βατράχια, φίδια κ.ά) οι γλυπτικές συνθέσεις των προσόψεων είναι γεμάτες από μορφές που υμνούν τη χαρά της Δημιουργίας ή εμπνέουν υπαρξιακή αγωνία και ανοίκειο φόβο. Μία από τις γλυπτές μορφές των Ευαγγελιστών που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Josep Maria Subirachs για τη σύνθεση της δυτικής πρόσοψης αναπαριστά τον ίδιο τον Γκαουντί.
III
Στη δεύτερη συνάντηση του ρεπόρτερ με το κορίτσι μέσα στο Palau Güell, και αφού έχουν πρώτα περιδιαβεί στους σκοτεινούς χώρους του κτηρίου, ο ρεπόρτερ τη ρωτάει τι πιστεύει για τον Γκαουντί:
“Νομίζεις ότι ήταν τρελός;”
Το κορίτσι δεν απαντάει.
Η διερώτηση του ρεπόρτερ μεταφέρει και τη δική του, προσωπική συνθήκη. Έχοντας φύγει από το Λονδίνο για να αφήσει πίσω του μια ζωή που μοιάζει κίβδηλη και ρηχή, υιοθετεί την ταυτότητα ενός άλλου, άγνωστου σε αυτόν άνδρα, που δε ζει πια. Η προσωπική υπαρξιακή κρίση ⏤η οποία προφανώς έχει πολλαπλές πολιτικές και κοινωνικές συνδηλώσεις⏤ αποτελεί ένα σημείο μετάβασης (από την Αγγλία στην Ισπανία) και επανεκκίνησης (ήταν ένας άλλος που τώρα ζει με την ταυτότητα ενός νεκρού). Ότι έχει συσσωρεύσει το παρελθόν απορρίπτεται οριστικά και ότι πιθανώς φέρει το μέλλον έρχεται ως διπλά απροσδιόριστο, αφού το αύριο δεν είναι καν δικό του.
Στη συζήτηση με το κορίτσι ο ρεπόρτερ δεν κρύβει ότι προσπαθεί να ξεφύγει από τα πάντα: την οικογένεια του, το σπίτι του, τη δουλειά του… Αυτό που τον κινητοποιεί είναι η αναζήτησή μιας άλλης ζωής. Η νεαρή φοιτήτρια δεν έχει τέτοια βάρη. Ως πλάνης μετακινείται ελεύθερα από τη μία χώρα στην άλλη με οδηγό την περιέργεια και στόχο τη γνώση. Αυτό που την κινητοποιεί είναι η ίδια η αρχιτεκτονική.

IV
Τι απέγινε αυτός ο νεαρός δανδής, με την περιποιημένη γενειάδα, τα κομψά κοστούμια και τις πολυτελείς άμαξες; Γιατί ο γνωστός αρχιτέκτονας έχει αποσυρθεί από την κοινωνία που τον ανέδειξε και αναζητεί παρηγοριά στην εκκλησία; Τι τον έκανε να κυκλοφορεί σαν επαίτης, λιπόσαρκος και με χιλιομπαλωμένα ρούχα, σαν άλλος Άγιος Φραγκίσκος;
Ο Αντόνι Γκαουντί αποφασίζει κάποια στιγμή να αλλάξει, αφήνοντας πίσω του αυτό που ήταν. Ο θάνατος του πατέρα του Francisco και της αγαπημένης του ανιψιάς Rosa Egea, με τους οποίους μοιραζόταν το σπίτι στο Park Güell, τον τάραξε βαθιά. Αποφασίζει να πάει να μείνει στο Εργαστήριο της Sagrada Família, ταυτίζοντας προσωπική και επαγγελματική ζωή και αφιερώνοντας όλη του τη ζωή στον μοναδικό σκοπό που είχε πια νόημα για αυτόν.

Στις 7 Ιουνίου 1926 στις 6 το απόγευμα, όπως και κάθε άλλη μέρα, ο Γκαουντί κατευθύνεται στην εκκλησία του Sant Felip Neri για την απογευματινή Λειτουργία. Στη διασταύρωση της Gran Via de les Corts Catalanes με την οδό Bailen, ο Γκαουντί βλέπει το τραμ νο. 30 να πλησιάζει. Κάνει ένα βήμα πίσω για να το αποφύγει. Το τραμ της ίδιας γραμμής που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση τον χτυπάει. Πέφτει στο έδαφος και χτυπάει στο κεφάλι. Πολλοί πλησιάζουν, κάποιοι τον περιεργάζονται, αλλά κανείς δεν τον αναγνωρίζει έτσι που μοιάζει με ζητιάνος. Ταυτότητα πάνω του δεν έχει, μόνο ένα βιβλιαράκι των Ψαλμών, ένα ροζάριο, ένα μαντήλι και ένα μικρό κλειδί. Με τα πολλά καταλήγει στο Νοσοκομείο του Αγίου Σταυρού. Ούτε εκεί τον πιστεύουν όταν τους λέει ότι είναι ο γνωστός αρχιτέκτονας. Τον καταγράφουν ως “Antonio Sandi”…
Κάποια στιγμή οι δικοί του άνθρωποι αρχίζουν να τον αναζητούν. Ο πατέρας Gil Parés, εφημέριος της Sagrada Família, και ο στενός συνεργάτης του Γκαουντί, αρχιτέκτονας Domènec Sugrañes, καταφέρνουν μετά από μία ημέρα να τον εντοπίσουν και να τον ταυτοποιήσουν στο Νοσοκομείο του Αγίου Σταυρού. Είναι πια πολύ αργά. Ο Γκαουντί πεθαίνει στις 10 Ιουνίου 1926, στις 5 το απόγευμα, 15 ημέρες πριν κλείσει τα 74.

Στις 12 Ιουνίου μια τεράστια νεκρική πομπή 30.000 ανθρώπων συνοδεύει το φέρετρό του Γκαουντί στη Sagrada Família, όπου θάβεται στην κρύπτη. Είχε φροντίσει ώστε όλες οι αποταμιεύσεις του, όπως και η κατοικία του στο Park Güell, να διατεθούν υπερ της κατασκευής της Sagrada Família. Στο φύλλο της 1ης Ιουλίου της εφημερίδας Gaceta de las Artes ο Joaquim Folch i Torres γράφει στο άρθρο με τίτλο “Ο κοινός μας θρήνος” (El duelo común): “Όταν πέθανε ο Γκαουντί, γίναμε μάρτυρες του παραδόξου ενός μεγάλου συλλογικού πένθους, ενός «κοινού» πένθους για τη μετάβαση σε μια καλύτερη ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη που σχεδόν πάντα εργάστηκε ενάντια στην «κοινή λογική». Το φαινόμενο της δημοτικότητας του Γκαουντί είναι εξαιρετικά περίεργο […] πόσο μάλλον με δεδομένο ότι σχεδόν σε κανέναν δεν άρεσε το έργο αυτού του αρχιτέκτονα.”

Στις 10 Ιουνίου 2026, ακριβώς 100 χρόνια από τον θάνατο του Γκαουντί, ο Πάπας Λέων IΔ’ τέλεσε πανηγυρική Θεία Λειτουργία στον ναό της Sagrada Família, ευλογώντας την ολοκλήρωση του και ευχαριστώντας τον Θεό που «φώτισε τον υπηρέτη Του, Αντόνι Γκαουντί, ώστε να αφήσει στην άκρη τις πραγματικότητες αυτού του κόσμου και να αναζητήσει εκείνες του ουρανού». Ο Γκαουντί είχε ανακηρυχθεί Venerabilis (Σεβάσμιος) της Καθολικής Εκκλησίας τον Απρίλιο του 2025.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μπορείς ποτέ να ξεφύγεις από το παρελθόν σου ή από τον εαυτό σου;
Ίσως με το τέλος της η ταινία Επάγγελμα: ρεπόρτερ να παίρνει μία θέση, χωρίς να δίνει μια σαφή απάντηση. Η παρουσία της αρχιτεκτονικής του Γκαουντί στην ταινία του Αντονιόνι μοιάζει να λειτουργεί σαν φόντο της προσωπικής περιπλάνησης του πρωταγωνιστή σε αναζήτησή (νέας) ταυτότητας. Το έργο του σπουδαίου αρχιτέκτονα δεν εξιδανικεύεται, αλλά προσφέρεται ως μαρτυρία μιας ανάλογης, προσωπικής πορείας προς την αλήθεια. Σημασία δεν έχει αν η αναζήτηση του Γκαουντί άφησε πίσω της ένα έργο μοναδικό ή αν το ταξίδι του ρεπόρτερ σταμάτησε στο δωμάτιο ενός επαρχιακού ξενοδοχείου. Ανεξαρτήτως κατάληξης, η αναζήτηση μιας ζωής με νόημα είναι η μόνη αυθεντική υπέρβαση. Η πινακίδα “Hotel de la Gloria”, στην τελευταία σκηνή της ταινίας, μοιάζει να το επιβεβαιώνει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Carlo di Carlo και Giorgio Tinazzi (επιμ.). Miclelangelo Antonioni. The Architecture of Vision: Writings and Interviews on Cinema (New York: Marsilio Publishers, 1996)
Gijs van Hensbergen. Gaudí: A Biography (New York: HarperCollins, 2001)