Η ενότητα «BACK TO BUILDINGS» παρουσιάζει φοιτητικές εργασίες που διερευνούν τη σχέση της αρχιτεκτονικής με τον χώρο, το τοπίο, και τον άνθρωπο με εργαλείο το κτίριο ως ένα δυναμικό πλαίσιο για τη φροντίδα, τη μάθηση, τη διαβίωση και την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση.
The “BACK TO BUILDINGS” section presents student projects that explore the relationship between architecture and space, landscape, and people, using the building as a dynamic framework for care, learning, living, and environmental awareness.
Στο πρώτο αφιέρωμα Back to Buildings, 4 σχεδιαστικές μελέτες συγκροτούν έναν κοινό προβληματισμό γύρω από τη δυνατότητα της αρχιτεκτονικής να επανερμηνεύει υφιστάμενες τυπολογίες, να ενεργοποιεί σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και τόπων και να μετασχηματίζει το δομημένο περιβάλλον σε πεδίο φροντίδας, μάθησης, εμπειρίας και συλλογικής ζωής. Στο πρώτο αφιέρωμα Back to Buildings, η ερευνητική εργασία της Σοφίας Γιαρμίδου διερευνά το αρχιτεκτονικό κάδρο στο έργο του Le Corbusier ως μηχανισμό αντίληψης, φωτός και νοηματοδότησης του χώρου. Η διπλωματική εργασία της ίδιας προτείνει ένα κέντρο ευεξίας με ξενοδοχειακή μονάδα στα Στενά του Νέστου, αναζητώντας τρόπους διακριτικής ένταξης της αρχιτεκτονικής σε ένα οικοσύστημα υψηλής περιβαλλοντικής αξίας. Η Έλια Καστάνη, μέσα από τη διπλωματική της εργασία, επαναπροσεγγίζει το εγκαταλελειμμένο πρώην Νοσηλευτικό Ίδρυμα Εμπορικού Ναυτικού στα Μελίσσια, μετατρέποντάς το σε έναν ανοιχτό πυρήνα θεραπείας, κοινωνικής επανένταξης και δημόσιας ζωής. Ο Γιώργος Γενοβέζος, με την πρότασή του για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό Punta Bianca, εξερευνά τις δυνατότητες της προσαρμοστικής επανάχρησης ενός ιστορικού ερειπίου στη Σικελία, μετασχηματίζοντάς το σε ένα πανοραμικό παρατηρητήριο που αναδεικνύει τόσο το κτίριο όσο και το προστατευόμενο φυσικό τοπίο μέσα από μια αρχιτεκτονική ελαφρότητας, διαφάνειας και αιώρησης.
In the first “Back to Buildings” feature, four design studies come together to explore the potential of architecture to reinterpret existing typologies, foster relationships between people and places, and transform the built environment into a space for care, learning, experience, and collective life. In the first “Back to Buildings” feature, Sofia Giarmidou’s research thesis explores the architectural frame in Le Corbusier’s work as a mechanism for perception, light, and the interpretation of space. Her diploma thesis project proposes a wellness center with a hotel unit in the Nestos Straits, seeking ways to discreetly integrate architecture into an ecosystem of high environmental value. Elia Kastani reimagines in her diploma thesis the abandoned former Merchant Marine Hospital in Melissia, transforming it into an open hub for healing, social reintegration, and public life. George Genovezos, in his proposal for the Punta Bianca architectural competition, explores the possibilities of the adaptive reuse of a historic ruin in Sicily, transforming it into a panoramic observation deck that highlights both the building and the protected natural landscape through an architecture characterized by lightness, transparency, and a sense of suspension.
Punta Bianca Suspended | Competition Entry by George Genovezos
Η πρόταση του Γιώργου Γενοβέζου για τον Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό ‘Punta Bianca’ αφορά σε μια αρχιτεκτονική προσαρμοστικής επανάχρησης. Το έργο προσκαλεί τον επισκέπτη σε παρατήρηση τόσο του ερειπίου όσο και του περιβάλλοντος φυσικού τοπίου, αντλώντας έμπνευση από τις έννοιες τις ελαφρότητας και της αιώρησης. Ο σχεδιασμός εστιάζει στο κτίσμα, όπου επιλέγει ως βασικά υλικά το γυαλί και το μέταλλο, ενώ το εξωτερικό τοπίο παραμένει συνειδητά ως έχει.
George Genovezos’ proposal for the ‘Punta Bianca’ Architectural Competition concerns an architecture of adaptive reuse. The project invites the visitor to observe both the ruin and the surrounding natural landscape, drawing inspiration from the concepts of lightness and suspension. The design focuses on the building, choosing glass and metal as the primary materials, while the exterior landscape is deliberately left untouched.
Δείτε περισσότερα εδώ!
ReHab², Αναβίωση του πρώην Νοσηλευτικού Ιδρύματος Εμπορικού Ναυτικού: Διπλωματική Εργασία από την Ελια Καστανη
Το ReHab² προτείνει την επανενεργοποίηση του πρώην Νοσηλευτικού Ιδρύματος Εμπορικού Ναυτικού στα Μελίσσια Αττικής, ενός εμβληματικού έργου του Κυπριανού Μπίρη που παραμένει σήμερα εγκαταλελειμμένο.
ReHab² proposes the revitalization of the former Merchant Marine Hospital in Melissia, Attica, an iconic project by Kyprianos Biris that currently stands abandoned.

Το συγκρότημα βρίσκεται σε μια περιοχή στενά συνδεδεμένη με την ιστορία των σανατορίων του Πεντελικού Όρους, όπου το ιδιαίτερο μικροκλίμα αξιοποιήθηκε κατά τον 20ό αιώνα για την αντιμετώπιση της φυματίωσης. Ως το τελευταίο σανατόριο της περιοχής, το κτήριο διατηρεί στοιχεία της αρχικής τυπολογίας του, παρότι αυτά αλλοιώθηκαν κατά τη μεταγενέστερη λειτουργία του ως γενικού νοσοκομείου.
The complex is located in an area closely linked to the history of the sanatoriums of Mount Penteli, where the unique microclimate was utilized during the 20th century to treat tuberculosis. As the last sanatorium in the area, the building retains elements of its original typology, although these were altered during its subsequent operation as a general hospital.
Η πρόταση αποκατάστασης επιδιώκει την επαναφορά του κτηρίου στην αρχική του μορφή, αναγνωρίζοντας ότι τα χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής των σανατορίων —η στενή σχέση με το τοπίο, το φως και τον υπαίθριο χώρο— μπορούν να αποτελέσουν μια ισχυρή βάση για μια νέα θεραπευτική χρήση.
The restoration proposal aims to return the building to its original form, recognizing that the architectural characteristics of sanatoriums—their close relationship with the landscape, light, and outdoor space—can serve as a strong foundation for a new therapeutic use.
Το αποκατεστημένο συγκρότημα φιλοξενεί μια ανοιχτή μονάδα απεξάρτησης από ψυχότροπες ουσίες με χώρους διαμονής για τους θεραπευόμενους, ενώ παράλληλα ενσωματώνει λειτουργίες προσβάσιμες στο ευρύ κοινό, όπως εργαστήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, καφέ και έναν μικρό ιππικό όμιλο.
The restored complex houses an open-access substance abuse treatment unit with living quarters for patients, while also incorporating facilities accessible to the general public, such as workshops, sports facilities, a café, and a small equestrian club.

Κεντρική ιδέα του σχεδιασμού αποτελεί η εμπειρία της μετάβασης μεταξύ κλειστών, ημιυπαίθριων και ανοιχτών χώρων. Η εναλλαγή αυτή, χαρακτηριστική της αρχικής αρχιτεκτονικής του σανατορίου, επανέρχεται τόσο μέσω της αποκατάστασης των ανοιχτών εξωστών όσο και μέσω νέων επεμβάσεων στο δώμα και στον περιβάλλοντα χώρο.
The central concept of the design is the experience of transitioning between enclosed, semi-open, and open spaces. This alternation, characteristic of the sanatorium’s original architecture, is revived both through the restoration of the open balconies and through new interventions on the roof and in the surrounding area.
Ξύλινες κατασκευές διημέρευσης ακολουθούν τον ρυθμό του υφιστάμενου κελύφους, ενώ οι νέες προσθήκες αντλούν μορφολογικά στοιχεία από τη λογική του αρχικού συγκροτήματος.
Wooden structures for daytime use follow the rhythm of the existing shell, while the new additions draw morphological elements from the logic of the original complex.
Ο μικρός ιππικός όμιλος οργανώνεται ως μια ακολουθία ξύλινων όγκων και στεγασμένων διαδρομών που καλλιεργούν μια σταδιακή μετάβαση από το εσωτερικό προς το τοπίο.
The small equestrian club is organized as a sequence of wooden structures and covered walkways that create a gradual transition from the interior to the landscape.
Αντίστοιχα, το καφέ αναπαράγει τη χωρική λογική των θαλάμων του σανατορίου, διατηρώντας τη διαρκή εναλλαγή ανοιχτού και κλειστού χώρου. Το επισκέψιμο δώμα του λειτουργεί ως παρατηρητήριο προς το Πεντελικό Όρος, ενισχύοντας τη σύνδεση με το φυσικό περιβάλλον.
Similarly, the café replicates the spatial logic of the sanatorium’s rooms, maintaining a constant alternation between open and enclosed spaces. Its accessible rooftop serves as an observation deck overlooking Mount Penteli, reinforcing the connection with the natural environment.

Πέρα από μια πράξη αποκατάστασης, το ReHab² προτείνει μια ουσιαστική μετατόπιση νοήματος: ένα κτήριο που συνδέθηκε ιστορικά με την απομόνωση και τη θεραπεία επαναπροσδιορίζεται ως ανοιχτός κοινωνικός πυρήνας, όπου η φροντίδα, η επανένταξη και η συλλογική εμπειρία συνυπάρχουν μέσα σε ένα κοινό χωρικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Beyond a mere act of restoration, ReHab² proposes a fundamental shift in meaning: a building historically associated with isolation and treatment is redefined as an open social hub, where care, reintegration, and collective experience coexist within a shared spatial and social context.
Στοιχεία έργου
Eπιβλέπουσα καθηγήτρια: Μαρία Δούση
Πανεπιστημιακό Ίδρυμα: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Έτος παρουσίασης: Σεπτεμβριος 2025
Το κάδρο στην αρχιτεκτονική: Μελέτες περιπτώσεων του μοναστηριού της La Tourrette και της Villa Le Lac | Ερευνητική Εργασία από τη Σοφία Γιαρμιδου
«Το κάδρο είναι ένα παράθυρο προς τον κόσμο
αιχμαλωτίζει την ουσία του τοπίου
και τη μεταμορφώνει σε ποίηση.»
– Andrei Tarkovsky
The frame is a window to the world;
It captures the essence of the landscape
And transforms it into poetry.
– Andrei Tarkovsky
Η παρούσα μελέτη διερευνά τον ρόλο του αρχιτεκτονικού κάδρου ως κρίσιμου μέσου διαμεσολάβησης μεταξύ εσωτερικού χώρου, τοπίου και φωτός στο έργο του Le Corbusier, μέσα από τη συγκριτική ανάλυση δύο εμβληματικών έργων: της Villa Le Lac (1923) και του Convent of La Tourette (1952–1960). Τα δύο αυτά έργα, αν και ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους της δημιουργικής του πορείας, συγκροτούν ένα συνεκτικό πεδίο μελέτης για την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής σκέψης του, από τη λειτουργική καθαρότητα του ανοίγματος προς μια πιο σύνθετη, βιωματική και πνευματική προσέγγιση του χώρου.
This study explores the role of the architectural frame as a critical means of mediation between interior space, landscape and light in Le Corbusier’s work, through the comparative analysis of two emblematic works: Villa Le Lac (1923) and the Convent of La Tourette (1952–1960). These two works, although belonging to different periods of his creative career, constitute a coherent field of study for the evolution of his architectural thought, from the functional purity of the frame towards a more complex, experiential and spiritual approach to space.
Το αρχιτεκτονικό κάδρο δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως μορφολογικό ή κατασκευαστικό στοιχείο, αλλά ως ενεργό εργαλείο οργάνωσης της εμπειρίας. Λειτουργεί ως φίλτρο αντίληψης, ορίζοντας τα όρια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, ενώ ταυτόχρονα καθοδηγεί το βλέμμα και συγκροτεί νοηματικά το τοπίο ως πολιτισμική κατασκευή. Η έννοια του τοπίου, σε αντιδιαστολή με τη φύση, νοείται ως προϊόν υποκειμενικής ερμηνείας, όπου η αντίληψη, η μνήμη και η πολιτισμική εμπειρία διαμορφώνουν την αισθητηριακή και ψυχική πρόσληψη του χώρου.
The architectural frame is not seen simply as a morphological or structural element, but as an active tool for organizing experience. It functions as a filter of perception, defining the boundaries between interior and exterior, while at the same time guiding the gaze and conceptually constituting the landscape as a cultural construction. The concept of landscape, in contrast to nature, is understood as a product of subjective interpretation, where perception, memory and cultural experience shape the aesthetic and mental perception of space.
Στη Villa Le Lac, το κάδρο εκφράζεται μέσω του οριζόντιου ribbon window και του τετράγωνου ανοίγματος στον περιβάλλοντα τοίχο του κήπου. Το πρώτο προσφέρει μια πανοραμική, συνεχόμενη θέα προς τη λίμνη Léman, ενσωματώνοντας το τοπίο στην καθημερινότητα και καταργώντας τα παραδοσιακά όρια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Το δεύτερο, αντίθετα, λειτουργεί ως στατικό και αυστηρό γεωμετρικό κάδρο, απομονώνοντας ένα επιλεγμένο απόσπασμα του τοπίου και ενισχύοντας την περισυλλογή και ενατένιση του τοπίου. Η διττή αυτή προσέγγιση αναδεικνύει τους τρόπους εμπλοκής του χρήστη: έναν δυναμικό και κινητικό, και έναν εσωτερικευμένο και στοχαστικό.
In Villa Le Lac, the frame is expressed through the horizontal ribbon window and the square opening in the surrounding garden wall. The ribbon window offers a panoramic, continuous view of Lake Léman, integrating the landscape into everyday life and abolishing the traditional boundaries between interior and exterior. The square garden frame, on the contrary, functions as a static and strict geometric frame, isolating a selected fragment of the landscape and enhancing contemplation of the landscape. This dual approach highlights the ways in which the user engages: one dynamic and kinetic, and one internalized and contemplative.
Αντίθετα, στο Μοναστήρι της of La Tourette, το κάδρο μετασχηματίζεται σε εργαλείο διαχείρισης του φωτός. Μέσω των ondulatoires και των light cannons, το φυσικό φως φιλτράρεται, διαθλάται και κατευθύνεται, αποκτώντας υλικότητα και συμβολική διάσταση.
On the contrary, in La Tourette Monastery, the frame is transformed into a tool for managing light. Through undulating glass panes and light cannons, natural light is filtered, refracted and directed, acquiring a materiality and symbolic dimension.
Το φως δεν λειτουργεί μόνο ως μέσο φωτισμού, αλλά ως φορέας πνευματικότητας και εμπειρίας, συγκροτώντας έναν χώρο μυσταγωγικό, όπου η αρχιτεκτονική περιήγηση (promenade architecturale) ενεργοποιεί την αντίληψη μέσα από διαδοχικές αποκαλύψεις. Η σχέση με το τοπίο δεν είναι άμεση, μετατρέποντας τη φύση σε αισθητηριακό και συμβολικό υπόβαθρο.
Light does not function only as a means of illumination, but as a carrier of spirituality and experience, constituting a mystical space, where the architectural tour (promenade architecturale) activates perception through successive revelations. The relationship with the landscape is not direct, transforming nature into a sensory and symbolic backdrop.
Η σύγκριση των δύο έργων καταδεικνύει μια σαφή μετατόπιση: από το κάδρο ως μέσο οπτικής ενσωμάτωσης του τοπίου, προς το κάδρο ως μηχανισμό πνευματικής και αισθητηριακής ενεργοποίησης μέσω του φωτός. Στη Villa Le Lac, η αρχιτεκτονική υπηρετεί την καθημερινή εμπειρία και την άμεση σχέση με το περιβάλλον, ενώ στη La Tourette, το φως και το κάδρο συγκροτούν έναν χώρο εσωτερικής αναζήτησης και συλλογικής πνευματικότητας.
Comparing the two works demonstrates a clear shift: from the frame as a means of visual integration of the landscape, to the frame as a mechanism of spiritual and sensory activation through light. In Villa Le Lac, architecture serves everyday experience and direct relationship with the environment, while in La Tourette, light and the frame constitute a space of inner search and collective spirituality.
Συνολικά, το αρχιτεκτονικό κάδρο αναδεικνύεται ως πολυδιάστατο εργαλείο που υπερβαίνει τη λειτουργική του διάσταση, αποκτώντας αφηγηματικό, συμβολικό και ψυχολογικό χαρακτήρα. Μέσα από αυτό, ο Le Corbusier επαναπροσδιορίζει τη σχέση ανθρώπου, χώρου και τοπίου, μετατρέποντας την αρχιτεκτονική σε ένα μέσο σύνδεσης με τον χρόνο, τη φύση και την ανθρώπινη συνείδηση.
Overall, the architectural frame emerges as a multidimensional tool that transcends its functional dimension, acquiring a narrative, symbolic and psychological character. Through it, Le Corbusier redefines the relationship between man, space and landscape, transforming architecture into a means of connection with time, nature and human consciousness.
Στοιχεία έργου
Περίοδος Παρουσίασης: Ιούνιος 2025
Επιβλέποντες καθηγητές: Δ. Πολυχρονόπουλος, Μ. Γρηγοριάδου, Π. Γουλιαρης
Πανεπιστημιακό ίδρυμα: Αρχιτεκτονική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Nestos Wellness Haven: Κέντρο Ευεξίας με Ξενοδοχειακή Μονάδα στα Στενά του Νέστου | Διπλωματική Εργασία από τη Σοφία Γιαρμίδου
Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σχέση μεταξύ αρχιτεκτονικής σύνθεσης και φυσικού τοπίου, με πεδίο αναφοράς τα Στενά του Νέστου, μια περιοχή υψηλής οικολογικής αξίας, ενταγμένη στο δίκτυο Natura 2000.
This diploma thesis explores the relationship between architectural design and natural landscape, with the reference area of Nestos Straits, an area of high ecological value, integrated into the Natura 2000 network.
Η μελέτη επικεντρώνεται στο σχεδιασμό μιας αρχιτεκτονικής πρότασης, που σέβεται και αναδεικνύει το τοπίο, μέσα από την αρχή της βιωσιμότητας, της κατασκευαστικής αναστρεψιμότητας, της ελαχιστοποίησης ανθρακικού αποτυπώματος και της διασφάλισης της ακεραιότητας του οικοσυστήματος.
The study focuses on the design of an architectural proposal that respects and highlights the landscape, through the principle of sustainability, construction reversibility, minimizing the carbon footprint and ensuring the integrity of the ecosystem.
Η κτιριακή δομή αναπτύσσεται ως σύμμεικτη κατασκευή ξύλου και μετάλλου, με στόχο τον περιορισμό της επέμβασης στο φυσικό ανάγλυφο και τη δυνατότητα αποσυναρμολόγησης ή προσαρμογής της στο μέλλον.
The building in terms of structure is developed as a mixed construction of wood and metal, with the aim of limiting the intervention in the natural relief and the possibility of its disassembly or adaptation in the future.
Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής υπαγορεύτηκε τόσο από τη μοναδικότητα του τοπίου όσο και από την έλλειψη οργανωμένων υποδομών που να εξυπηρετούν την οργανωμένη επίσκεψη και την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των χρηστών.
The choice of this particular area was dictated both by the uniqueness of the landscape and by the lack of organized infrastructure that would serve the organized visit and the environmental awareness of users.
Η αρχιτεκτονική σύνθεση οργανώνεται σε δύο κύριες δομικές ενότητες: μια δημόσια ενότητα με διάταξη σε σχήμα «Π» και μια ιδιωτική ενότητα με διάταξη σε σχήμα «V». Οι δύο αυτές ενότητες συνδέονται μέσω ενός κεντρικού πυρήνα επικοινωνίας, ο οποίος φιλοξενεί τα μέσα κάθετης μετακίνησης και λειτουργεί ως βασικός κόμβος εισόδου και οργάνωσης των κινήσεων.
The architectural composition is organized into two main structural units: a public unit in a “Π” layout and a private unit in a “V” layout. These two units are connected through a central communication core, which receives the means of vertical movement and functions as a basic entrance and organization node of movements.
Η χωρική ανάπτυξη της πρότασης ακολουθεί την τοπογραφία και το υπάρχον φυσικό μονοπάτι, επιτρέποντας μια διακριτική ενσωμάτωση στο τοπίο.
The spatial development of the proposal follows the topography and the existing natural path, allowing a discreet integration into the landscape.
Στο κατώτερο επίπεδο του κεντρικού κόμβου οργανώνονται η πρόσβαση με σκάφη και οι χώροι στάθμευσης των επισκεπτών, ενώ στα ανώτερα επίπεδα αναπτύσσονται οι κύριες λειτουργίες της ρεσεψιόν των ξενώνων και του παρατηρητηρίου του τοπίου.
At the lower level of the central node, access via watercraft and visitor stopping areas are organized, while at higher levels the main functions of the guesthouses’ reception and landscape observatory are developed.
Στοιχεία έργου
Περίοδος Παρουσίασης: Ιούνιος 2025
Επιβλέποντες καθηγητές: Δ. Πολυχρονόπουλος, Μ. Γρηγοριάδου, Π. Γουλιαρης
Πανεπιστημιακό ίδρυμα: Αρχιτεκτονική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

































