Όλα όσα έγιναν στο 2ο συνέδριο του Hotel Experience στην Τεχνόπολη Αθηνών στις 18&19 Οκτωβρίου

Το Hotel Experience 2025, που πραγματοποιήθηκε στις 18 & 19 Οκτωβρίου 2025, ανέδειξε την ανάγκη για σχεδιασμό χώρων φιλοξενίας που δεν περιορίζεται στην αισθητική και την εικόνα, αλλά συνομιλεί με τον εκάστοτε τόπο τους ανθρώπους του. Το συνεδριακό σκέλος της διοργάνωσης ανέδειξε την ανάγκη για χώρους με ταυτότητα, όπου η σχεδιαστική ιδέα (concept) δεν είναι αισθητική πρόφαση, αλλά εργαλείο σύνδεσης της αρχιτεκτονικής με τη λειτουργία και την εμπειρία.

Από τα καταλύματα στα νησιά έως τα αστικά ξενοδοχεία, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στη λεπτή γραμμή μεταξύ ανάπτυξης και κλίμακας: πότε μια επέμβαση ενισχύει την κοινότητα και πότε την πιέζει, πώς η κατοικία και η φιλοξενία συνυπάρχουν, και με ποιον τρόπο η πολιτιστική κληρονομιά μεταφράζεται σε λειτουργικό πρόγραμμα χωρίς να αποτελεί μονάχα ένα σκηνικό. Παράλληλα, αναδείχθηκαν οι «αόρατες» αρχιτεκτονικές αποφάσεις που καθορίζουν το αποτέλεσμα, από τις τεχνικές υποδομές έως τη συντήρηση, τον αερισμό, την ακουστική και τον φωτισμό, δηλαδή τα στοιχεία που μετατρέπουν τον χώρο σε ατμόσφαιρα..

Η βιωσιμότητα συζητήθηκε κυρίως ως σχεδιαστική και επαγγελματική στρατηγική: ενεργειακές πρακτικές, αναβαθμίσεις, ανθεκτικότητα και εξοικονόμηση. Στο ίδιο πλαίσιο, η τεχνολογία τέθηκε ως παράγοντας που αλλάζει προγράμματα και τυπολογίες, με κριτήριο την ενίσχυση της ανθρώπινης εμπειρίας και όχι την υποκατάστασή της. Έννοιες όπως τοπίο, υλικότητα, χειροτεχνία, τέχνη, οι οποίες αποτέλεσαν ερμηνευτικά εργαλεία έκαναν σαφές ότι η «αίσθηση του τόπου» δεν προκύπτει από μία χειρονομία, αλλά από συστηματική δουλειά βασισμένη σε έρευνα, συνέπεια και στρατηγικές συνεργασίες.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Η συζήτηση του Harry McKinley με την Afroditi Krassa (founder Afroditi) ξεκίνησε με τόνο ειλικρίνειας και δημιουργικής ευθύτητας, δίνοντας από νωρίς το στίγμα του Hotel Experience 2025: λιγότερη επιφάνεια, περισσότερη ουσία. Ο McKinley, ως συντονιστής, στάθηκε στα πρώτα έργα της, επισημαίνοντας πώς «καθόρισαν κατηγορίες».

Η Krassa εξήγησε ότι αυτή η στάση έχει ρίζες στην οικογένειά της, όπου «το διαφορετικό ήταν αρετή». Αυτό το αντισυμβατικό βλέμμα έγινε μέθοδος δουλειάς και οδήγησε σε projects όπως τα Dishoom και itsu, που, όπως τόνισε, χτίστηκαν πάνω στη δημιουργία ιδέας και πολιτισμικής απήχησης.

Από εκεί, η συζήτηση πέρασε σε ένα καίριο ερώτημα: γιατί τόσα ξενοδοχεία μοιάζουν μεταξύ τους. Ο McKinley σχολίασε την ομοιομορφία των σύγχρονων ξενοδοχείων και η Krassa το απέδωσε στη λογική «ασφάλειας» των μεγάλων groups, λέγοντας ότι σήμερα «το μεγαλύτερο ρίσκο είναι να μη ρισκάρεις». Για την τοπικότητα, ξεκαθάρισε ότι δεν εγγυάται αυθεντικότητα, φέρνοντας ως παράδειγμα τις Exumas στις Μπαχάμες και τη συνεργασία με Rosewood και Marcio Kogan, όπου ο designer καλείται να ανακαλύψει μια τοπική γλώσσα που ουσιαστικά δεν υπάρχει. Κλείνοντας, σημείωσε ότι ενώ fashion και automotive brands μπαίνουν στον χώρο της φιλοξενίας, το επόμενο βήμα είναι τα hospitality brands να «βγουν προς τα έξω» και να διαμορφώνουν κουλτούρα.

Στο δεύτερο πάνελ, με τον Harry McKinley, την Afroditi Krassa, την Despina Kalapoda (Marriott International) και την Constantina Tsoutsikou (Studio Lost), το βλέμμα άνοιξε προς το “post luxury” και στο τι συνιστά πραγματική πολυτέλεια το 2025. Ο McKinley άνοιξε ζητώντας προσωπικούς ορισμούς και έτσι αποκαλύφθηκε ένα εύρος των νέων αναγνώσεων. Η Kalapoda μίλησε για ένα νέο είδος indulgence που συνδέεται με προσωπικές εμπειρίες και την άνοδο του bleisure, που αλλάζει τον σχεδιασμό δωματίων και κοινόχρηστων χώρων. Η Tsoutsikou όρισε την πολυτέλεια ως χώρο όπου «μπορώ να είμαι περισσότερο εγώ», υπογραμμίζοντας έννοιες όπως καθημερινή δέσμευση, μνήμη, ειλικρίνεια και αισθητηριακές στιγμές. Η Krassa απέρριψε τον παραδοσιακό ορισμό της πολυτέλειας ως «ακριβής» ή «σπάνιας», λέγοντας ότι ζούμε σε «post apocalyptic» εποχή, με ανάγκη για καταφύγιο και όχι επίδειξη. Στη συνέχεια, η κουβέντα άγγιξε τα κλισέ των ξενοδοχειακών χώρων, όπως infinity pools και dining under olive trees, τον ρόλο του Instagram ως εργαλείου, τη σημασία της συνοχής, αλλά και το ελληνικό πλαίσιο.

Στο κλείσιμο, η Krassa όρισε το radical luxury ως λιτότητα, η Tsoutsikou ως αξιοποίηση όσων ήδη υπάρχουν και η Kalapoda ως εμπειρία με ουσιαστικό νόημα.

Στη συζήτηση «Architecture and Community | Building Togetherness in the Islands», με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, η ατζέντα μετακινήθηκε από το αντικείμενο στον συλλογικό ιστό: πώς η αρχιτεκτονική συγκροτεί κοινότητες στα νησιά υπό αυξανόμενη τουριστική πίεση. Η συντονίστρια έθεσε το πλαίσιο με έμφαση στην αυθεντικότητα, την εμπειρία και την ουσιαστική σχέση με τον τόπο. Ο Άρης Κόρδας μίλησε για την πολυπλοκότητα όταν η κατοικία γίνεται ταυτόχρονα και τουριστικό asset, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ευελιξίας και έμφασης στην υλικότητα.

Η Κατερίνα Κούρκουλα συνέδεσε την εξοχική κατοικία με την ανάγκη απομόνωσης από την αστική ένταση και την ευθύνη για λιγότερο παρεμβατικές πρακτικές.

Ο Γιάννης Δουρίδας ανέδειξε τη στροφή ξένων ιδιοκτητών προς μόνιμη εγκατάσταση και ένταξη στην τοπική κοινωνία. Η Aude Mazelin μίλησε για αρχιτεκτονική που «ακούει» τον τόπο και αποφεύγει την ομογενοποίηση ενώ η Αλεξάνδρα Δαλιάνη, από την εμπειρία της στην Τήνο, περιέγραψε τη μετάβαση από μικρής κλίμακας παρεμβάσεις με κοινωνική ένταξη σε μεγαλύτερες αναπτύξεις εκτός οικισμών, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αλλοίωσης της κλίμακας και της φυσιογνωμίας. Κρίσιμο ζητούμενο, είπε, είναι η διαφύλαξη της πολιτιστικής μνήμης και της ταυτότητας των νησιών.

Στο ίδιο πνεύμα, το πάνελ που ακολούθησε με συντονιστή τον Harry McKinley έφερε στο προσκήνιο τη διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα σε παρελθόν και παρόν. Οι Flaviano Capriotti και Hamish Brown (partner, 1508 London) συζήτησαν το δίπολο «κληρονομιά ή νεωτερικότητα» για τη νέα γενιά ταξιδιωτών. Ο Brown τόνισε ότι η κληρονομιά είναι βάρος και πλεονέκτημα: οι περιορισμοί γεννούν καλύτερες λύσεις και οι επισκέπτες αναζητούν αυθεντικές ιστορίες που «αφηγείται» το ίδιο το κτίριο. Ο Capriotti υπογράμμισε ότι τα κτίρια έχουν DNA και κάθε επέμβαση προσθέτει νέο στρώμα ιστορίας, αρκεί να γίνεται με ουσία και όχι διακοσμητικά. Για την αυθεντικότητα, ο Brown μίλησε για την προϋπόθεση βαθιάς κατανόηση της πόλης και του πολιτισμού και τον σεβασμό στον ρυθμό του εκάστοτε κτιρίου. Ο Capriotti προειδοποίησε για μιμητισμό χωρίς βάθος ενώ ταυτόχρονα αναφέρθηκε στην ισορροπία «ψιθύρου και δήλωσης». Η συζήτηση έκλεισε με την ανάγκη τα ξενοδοχεία να συνδέονται με την πόλη και με το συμπέρασμα του Capriotti: να συναντηθούν εμπειρία, κέρδος και στιγμή χωρίς να χαθεί η ψυχή του χώρου. 

Στην keynote ομιλία της με τίτλο: «The case of Kyrios in Leros island», η Βίβιαν Φιλίππα (αρχιτεκτόνισσα και συνιδρύτρια της Anaktae) μετέφερε τη συζήτηση σε ένα «νησιωτικό αρχείο» ιστορίας και φροντίδας.

Παρουσίασε το Kyrios Leros ως εγχείρημα που συνδέει φιλοξενία με αρχιτεκτονική, design, πολιτιστική κληρονομιά και τοπική γνώση.

Αφετηρία ήταν η φιλοξενία ως σχέση μεταξύ ξένου και φίλου και μια ιστορική αναδρομή στη Λέρο μέσα από ιστορίες κατοίκησης, παραγωγής χώρου, μετεγκατάστασης και εξορίας. Από το Porto Lago των αρχών του 20ού αιώνα και τους ιταλικούς στρατώνες, έως τις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, την Αποικία Ψυχοπαθών, την εξορία πολιτικών κρατουμένων και τη σύγχρονη προσφυγική εγκατάσταση, η Λέρος αναδείχθηκε ως τόπος υποδοχής του ξένου. Η Anaktae, αφιχθείσα το 2022, διαβάζει εκ νέου αυτό το παρελθόν και οραματίζεται τον Kyrios ως νησιωτικό προπύργιο δημιουργίας, συνεργασίας με τοπικούς τεχνίτες και βιώσιμης φιλοξενίας. Η ομιλία έκλεισε με την αναφορά στα τρία κτίσματα Κύριος, Νεαρός και Μέντορ στον Πλάτανο ως αρχιτεκτονικό δίκτυο αφιερωμένο στη ροή του χρόνου, την κοινότητα και τη συναισθηματική πολυτέλεια.

Στη συνέχεια, στο panel με συντονίστρια τη Μαρία Γάτσου, η συζήτηση επανέφερε τον τουρισμό από τους δείκτες στην ουσία και στο πραγματικό του αποτύπωμα. Η Ελένη Τσιγαρίδα μίλησε για την παράδοση ως τρόπο ζωής και όχι ως αισθητική αναφορά, δίνοντας έμφαση στην αρχιτεκτονική ως εργαλείο επιβίωσης και όχι προβολής. Ο Διονύσης Σοτοβίκης συνέδεσε τουρισμό και αρχιτεκτονική με πολιτισμό και αξίες, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική αξία προκύπτει μόνο όταν εδράζεται σε πολιτισμικές αξίες με διάρκεια. Ο Λουκάς Μπομπότης ανέδειξε τον ρόλο αρχιτέκτονα και επενδυτή στη δημιουργία συνέργειας με τον τόπο, λέγοντας ότι η φιλοξενία είναι φορέας ταυτότητας και δημόσιου οφέλους ενώ η Βίβιαν Φιλίππα μίλησε για συνέργεια, ανταποδοτικότητα και τη φιλοξενία ως διαδικασία που δομεί κοινότητες, τονίζοντας ότι όπως γλώσσα διαμορφώνει κόσμους και η φιλοξενία δημιουργεί δεσμούς.

Σε συνέχεια της ίδιας προβληματικής, στη συζήτηση «Heritage Hospitality | Ancient Corinth as a Living Guest Experience» προτάθηκε μια πρακτική μετάφραση της κληρονομιάς σε σύγχρονη στρατηγική τόπου. Η Δανάη Μακρή ως συντονίστρια ανέδειξε την Αρχαία Κόρινθο ως παράδειγμα όπου η κληρονομιά λειτουργεί ως ενεργός πυρήνας βιώσιμης ανάπτυξης, συνδέοντας φιλοξενία με στρατηγική δημιουργίας προορισμών και νέων χωρικών ταυτοτήτων. Ο Δημήτρης Πούλιος (αρχιτέκτονας και πολεοδόμος) παρουσίασε το master plan των TPA Architects ως σχέδιο πολιτισμικής γεωγραφίας που αντιμετωπίζει την Αρχαία Κόρινθο ως ενιαίο πολιτισμικό τοπίο από τον Ακροκόρινθο έως το Λέχαιο.

Περιέγραψε τρεις άξονες: άνοιγμα του αρχαιολογικού χώρου προς τον οικισμό, νέα αντίληψη κινητικότητας με έμφαση σε πεζή κίνηση και ποδήλατο, και ανάδειξη του δημόσιου χώρου με νέες πολιτιστικές υποδομές.

Μίλησε για «ανοιχτό πολιτισμικό τοπίο», για ισορροπία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ανέφερε διεθνή βράβευση το 2025 και τριετή σταδιακό ορίζοντα υλοποίησης, καταλήγοντας ότι η ταυτότητα είναι ο πυρήνας της βιώσιμης φιλοξενίας και ανάπτυξης.

Από τις πολιτισμικές γεωγραφίες, το πρόγραμμα πέρασε στη γεωγραφία των brands. Στην ομιλία του, ο Mark Eacott (Global VP Design, Ennismore) υπογράμμισε ότι «οι μάρκες είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές» και ότι ο ρόλος του design είναι να αφηγείται την ιστορία τους μέσα από τον χώρο. Ως case study παρουσίασε το Delano South Beach, Αrt Deco κτίριο του 1947 που τη δεκαετία του ’90 οι Ian Schrager και Philippe Starck μετέτρεψαν σε ξενοδοχείο-σύμβολο, επαναπροσδιορίζοντας τον τύπο του αστικού καταλύματος. Ανέλυσε το “white luxury” και την εμπειρία ως συναίσθημα και όχι ως στυλ. 

Στο ίδιο νήμα, η keynote ομιλία της Ρίας Βογιατζή (Founder & CEO, Elastic Architects) έβαλε στο επίκεντρο τον ρόλο του αρχιτέκτονα ως συνδημιουργού ενός brand. Μίλησε για τον αρχιτέκτονα ως συνοδοιπόρο στη δημιουργία brands και όχι ως απλό «διακοσμητή». Mέσα από τρία παραδείγματα, το Amanvari στο Μεξικό, το Delano στο Dubai και το νέο brand Luura στην Πάρο, ανέδειξε την προσέγγισή της. Για την Amanvari τόνισε τις αξίες των υλικών και της συμμετρίας ενώ για το Delano περιέγραψε τη μετάφραση ενός μύθου σε σύγχρονη εμπειρία. Για το Luura μίλησε για αίσθημα του ανήκειν, τέχνη και επίγνωση.

Κατέληξε ότι ο σχεδιασμός αποκτά δύναμη όταν συνδέει ανθρώπους, παρελθόν και μέλλον.

Στο πάνελ που ακολούθησε με συντονιστή τον Matt Turner (editor in chief, Sleeper Media), η συζήτηση έδεσε τα παραπάνω σε ένα ερώτημα κλειδί: «πώς δημιουργείς ένα ξενοδοχείο που διαρκεί στο χρόνο;». Η Ρία Βογιατζή τόνισε ότι ένα διαχρονικό ξενοδοχείο πρέπει να σέβεται τον τόπο, την κουλτούρα και την εποχή, αποφεύγοντας την απλή μίμηση του παρελθόντος ή ένα φουτουρισμό χωρίς νόημα. Η Sophie Khoury (Vivium & Luura) εξήγησε ότι το Luura εκφράζει τη μετατόπιση της πολυτέλειας από το αντικείμενο στην εμπειρία, με έμφαση στην στιγμές που ο επισκέπτης διατηρεί και αφού αποχωρήσει. Ο Mark Eacott μίλησε για brands με συναίσθημα, για το Delano ως “icon evolved” και για συνεργασίες βασισμένες σε συνεχή παρατήρηση και εξέλιξη.

Ο Turner έκλεισε σημειώνοντας ότι η νέα γενιά ξενοδοχείων επενδύει κυρίως στη μνήμη και στην ιστορία που ο επισκέπτης παίρνει μαζί του.

Σε πιο θεσμικό επίπεδο, η ομιλία «Planning the Possible: Local Urban Plans for Greek Islands» έφερε τη συζήτηση στον χωρικό σχεδιασμό. Η Ήβη Νανοπούλου (αρχιτέκτονας και Managing Partner, TPA Architects) τόνισε ότι τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια είναι εθνικής κλίμακας πρωτοβουλία δεκαπενταετούς ορίζοντα, με στόχο τη ρύθμιση του χώρου πανελλαδικά και με άμεση σημασία για τον τουρισμό. Εξήγησε ότι οργανώνουν χρήσεις γης, οικιστικές επεκτάσεις, παραγωγικές ζώνες και θέτουν προτεραιότητες προστασίας φύσης και κληρονομιάς, ενσωματώνοντας πράσινη μετάβαση, ανθεκτικότητα και ψηφιακό μετασχηματισμό. Συνέδεσε τον σχεδιασμό με ευρωπαϊκό πλαίσιο, αυτάρκεια και τον νόμο αποκατάστασης της φύσης, αναδεικνύοντας τάσεις όπως η πίεση στις Κυκλάδες και η εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα.

Υποστήριξε ότι ο τουρισμός μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθεροποίησης μόνο αν υπηρετεί την κοινωνική ευημερία και την τοπική ταυτότητα, με καθοριστική τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Κλείνοντας, υπογράμμισε την πολιτιστική κληρονομιά ως κινητήρια δύναμη και κάλεσε σε συλλογικό, ηθικό σχεδιασμό.

Στο πάνελ «Designing Desirability | When Tourism Amplifies Craft and Cultural Intelligence», σε συντονισμό της Δανάης Μακρή η έννοια της βιωσιμότητας κατέβηκε στην κλίμακα της παραγωγής και της τεχνικής γνώσης. Η συζήτηση ανέδειξε χειροτεχνία και τουρισμό ως αλληλένδετους πυλώνες. Η Καίτη Πολυμέρου Καμιλάκη παρουσίασε τις 19 σχολές χειροτεχνίας, λέγοντας ότι η πρωτοβουλία ξεκίνησε το 2021 μέσω της Επιτροπής Ελλάδα 2021 και του Υπουργείου Ανάπτυξης, ώστε η χειροτεχνία να γίνει πεδίο επιχειρηματικότητας και οικονομικής πολιτικής. Ο Άρης Ίκκος μίλησε για τον καθοριστικό ρόλο του τουρισμού για την οικονομία, την απασχόληση και τη κοινωνική συνοχή, αναδεικνύοντας την σημασία της φιλοξενίας, της διατροφής και των πολλαπλών εμπειριών. Η Ήβη Νανοπούλου, σε συνέχεια της keynote ομιλίας της, συνέδεσε συνέργειες με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, την εμπιστοσύνη και το κοινό όραμα. Ο Αλέξης Κατσαρός παρουσίασε εφαρμογές του MedINA σε Κύθηρα και Λήμνο, δείχνοντας πώς φύση, πολιτισμός, παραγωγή και τουρισμός μπορούν να συνδιαμορφώσουν βιώσιμους προορισμούς με ενεργή συμμετοχή κοινοτήτων.

Στο πάνελ «Rooted in History, Designed for Legacy», που ακολούθησε η συζήτηση μετακινήθηκε στη διαχείριση της ιστορίας ως ενεργού εργαλείου branding. Ο Justin Quirk άνοιξε τη συζήτηση για τη μεταμόρφωση του Old War Office στο Raffles London at The OWO. Η Jill O’Hare (Director of Sales & Marketing, Raffles London) ανέδειξε τη βαριά ιστορία του κτιρίου (1906): έδρα του Winston Churchill, χώρος εργασίας του Ian Fleming και σημείο λήψης απόφασης για την Απόβαση στη Νορμανδία. Το OWO πλέον φιλοξενεί 120 δωμάτια και συγκαταλέγεται ήδη στα κορυφαία παγκοσμίως. Είπε ότι η πρόκληση ήταν η συμπύκνωση πολλών ιστοριών σε ενιαίο αφήγημα, με το παρελθόν να ενσωματώνεται οργανικά στην μορφή του κτιρίου. Ο Adrian Caddy (Founder, Greenspace) εξήγησε το ‘place branding’: η συντομογραφία OWO έγινε σύγχρονο όνομα, σχεδιάστηκε ειδική γραμματοσειρά “1906” και patterns σε Μορς. Αναφέρθηκε στους τρόπους και τις διαδικασίες οι οποίες άνοιξαν το κτίριο στην πόλη. Το Spy Bar για παράδειγμα έγινε το πιο επιτυχημένο F&B. Και οι δύο τόνισαν ότι η επιτυχία είναι η ιδιαίτερη αίσθηση του τόπου: ένα ζωντανό ξενοδοχείο όπου η ιστορία συνεχίζει να γράφεται.

Ο Αλέξανδρος Κιτρινιάρης (αρχιτέκτονας, ιδρυτής των KAAF Architects) στην keynote ομιλία του έστρεψε το βλέμμα στο τοπίο ως υλικό της αρχιτεκτονικής εμπειρίας ενώ πρότεινε μια εμπειρία φιλοξενίας πέρα από το στερεότυπο «ήλιος και θάλασσα»: αναζήτηση νοήματος και σχέσης με τον τόπο. Εξήγησε ότι το τοπίο είναι μνήμη, πολιτισμός και ταυτότητα, χρησιμοποιώντας τον Ελύτη ως θεωρητική αναφορά για την προβολή της «ψυχής ενός λαού» στην ύλη. Σύνδεσε Ελύτη και σουρεαλισμό μέσω Τσαρούχη, πέρασε στο ερείπιο και τον ρομαντισμό, και περιέγραψε το τοπίο ως διαστρωμάτωση ιστορίας που ο ταξιδιώτης καλείται να διαβάσει. Ταυτόχρονα αναφέρθηκε σε έργα όπως κατοικίες στην Ερμιόνη, τη «βίγλα» στη Θάσο, ξενοδοχεία σε Σίφνο, Τήνο και Κρήτη, έργα σε Ταΐφ Σαουδικής Αραβίας και Μεσσηνία, καταλήγοντας στη βιωματική κατοίκηση η οποία συνδέει υλικότητα, παιχνίδι, ρομαντισμό, ευθύνη και αειφορία.

Το επόμενο πάνελ άνοιξε με βίντεο του Ryan Grande (General Manager, Four Seasons Resort Mykonos), αναδεικνύοντας το πώς η αφήγηση του τόπου γίνεται χωρική εμπειρία. Ο Harry McKinley χρησιμοποίησε την τοποθέτηση του Grande ως αφετηρία για το πώς το ξενοδοχείο Four Seasons μεταφράζει τα μέρη σε χώρους, ξεκινώντας πάντα από το «τι κάνει τον κάθε τόπο μοναδικό». Οι Wilhelm Finger και Melita Skamnaki (co founders, Double Decker) μίλησαν για την επιμέλεια τέχνης ως εργαλείο που μπορεί να προβάλλει το κλίμα και την ατμόσφαιρα του τόπου, βασισμένο στην ιστορία, τη φυσική παρουσία και τη συνάντηση παλιού και σύγχρονου. Η Rachel Johnson (Managing Principal, Wimberly Interiors London) περιέγραψε τον σχεδιασμό ως αλλεπάλληλες αφηγήσεις και όρισε την πολυτέλεια ως συνέπεια ανάμεσα σε ποιότητα και λεπτομέρειες. Συνολικά, η συζήτηση εστίασε στο έργο Four Seasons Mykonos το οποίο παρουσιάστηκε ως συμπύκνωση αυθεντικών χωρικών ποιοτήτων και διαχρονικής πολυτέλειας.

Στο πάνελ «Hotels that last in time», με συντονιστή τον Κώστα Παναγάκη (Travelworks Public Relations), η συζήτηση διερεύνησε το τι κάνει ένα ξενοδοχείο να αντέχει. Η Ισμήνη Τορνιβούκα (TOR Hotel Group) μίλησε για τη φιλοξενία ως ταυτότητα και οικογενειακή μνήμη και τόνισε ότι η αυθεντικότητα αφορά σήμερα στην επένδυση στους ανθρώπους και την κουλτούρα προσωπικού. Ο Bart van de Winkel (Chief Asset Management Officer, Grivalia Hospitality) έθεσε το πλαίσιο: «a bed is a bed», επομένως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα είναι το συναίσθημα. Ο Τάσος Γεωργαντζής (Urban Soul Project) εστίασε στις υποδομές ενός χώρου που καθορίζουν τη μακροβιότητα. Ο Αντώνης Παπαλάς (Domes Group) μίλησε για την αξία της τοπικής και διαφοροποιημένης εμπειρίας και τον ρόλο των επισκεπτών ως άτομα που παίρνουν πρωτοβουλίες. 

Στο ακόλουθο πάνελ, η θεματική περί διάρκειας στο χρόνο μεταφράστηκε σε εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητα, σε ένα περιβάλλον όπου η Gen Z και η τεχνολογία αλλάζουν τα δεδομένα. Ο Γιώργος Λαμπίρης έθεσε τον τόνο της συζήτησης όπου η ανάγκη εξισορρόπησης ανάμεσα στη Gen Z, την τεχνολογία και τους πιο παραδοσιακούς επισκέπτες καλεί την αρχιτεκτονική να αποτελέσει εργαλείο στήριξης. Ο Σωτήρης Τσέργας υπογράμμισε πως είπε ότι η τεχνολογία πρέπει να εντάσσεται σε διαχρονική, ανθρωποκεντρική αρχιτεκτονική, αξιοποιώντας σοφίες του παρελθόντος και σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία με σαφείς προτεραιότητες. Ο Πάνος Αλμυράντης τόνισε ότι ζητούμενο δεν είναι η ψηφιοποίηση αλλά η ανθρωποποίηση της ψηφιακής εμπειρίας.

Ο Σταύρος Γυφτόπουλος μίλησε για την εκπαίδευση του αρχιτέκτονα ανάμεσα σε ψηφιακό και ανθρώπινο κόσμο, τονίζοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι εργαλείο που απαιτεί σκέψη και ανθρωπιστικό υπόβαθρο. Συμπέρασμα: η αρχιτεκτονική λειτουργεί ως ρυθμιστής όταν συνδυάζει ανθρώπινες αξίες, διαχρονικές αρχές και τεχνολογία με σωστή ιεράρχηση.

Στη συνέχεια, ο Νίκος Καραφλός (ξενοδόχος, ιδιοκτήτης Dexamenes Seaside Resort and Spa) συνομίλησε με τη Δανάη Μακρή φέρνοντας ένα παράδειγμα όπου η φιλοξενία γίνεται πλατφόρμα παραγωγής ιδεών. Συζήτησαν το πώς ένα ξενοδοχείο μπορεί να λειτουργεί ως “ultimate ideas incubator”. Ο ομιλητής αφηγήθηκε τη γέννηση του Dexamenes μέσα από επανάχρηση βιομηχανικών δεξαμενών οινοποιείου του Μεσοπολέμου στην Κουρούτα Ηλείας, οι οποίες έγιναν ξενοδοχειακός πυρήνας και ανοιχτό καλλιτεχνικό κέντρο.

Ανέφερε χαρακτηριστικά πως όταν η λειτουργία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την απόδοση, ανοίγει χώρος για δημιουργικές πρακτικές.

Περιέγραψε τις δεξαμενές ως πλατφόρμες γαστρονομίας και τέχνης, θεματικές όπως η «Ζύμωση» και το performative δείπνο Traditional Illegal, που σχολιάζει βιοποικιλότητα, αγροτική παραγωγή και τα θεσμικά όρια της παράδοσης. Υπογράμμισε τη σημασία τοπικών παραγωγών, των εμπειριών εκτός ξενοδοχείου και της σύνδεσης με κοινότητα. Κλείνοντας, παρουσίασε το modulists, αρθρωτό prefabricated σύστημα μικρών μονάδων με ελάχιστο αποτύπωμα, με κοινό άξονα, όπως συμφώνησαν, τη δημιουργία ουσιαστικών εμπειριών που ενώνουν φιλοξενία, τέχνη και κριτική σκέψη.

Στη συνομιλία «Location VS Place», το συνέδριο επέστρεψε στο θεμελιώδες: τη διαφορά ανάμεσα σε μια τοποθεσία και έναν τόπο με κοινωνικές σχέσεις. Ο Γιώργος Τσολάκης (αρχιτέκτονας, ιδρυτής Tsolakis Architects) και η Μυρτώ Κιούρτη (αρχιτεκτόνισσα, ιδρύτρια Myrto Kiourti), με συντονισμό της Δανάης Μακρή, ανέπτυξαν αντίστιξη γύρω από τουριστική αρχιτεκτονική, ανθρώπινο παράγοντα και κοινωνικότητα. Ο Τσολάκης μίλησε για ερμηνεία του τόπου μέσω μορφών, χρήσεων και ανθρώπων, έθεσε το δίπολο μόνιμος κάτοικος και τουρίστας και το ερώτημα του διαλόγου. Ταυτόχρονα τόνισε τη μετάβαση από μίμηση μορφών στην κατανόηση των δομών που τις γέννησαν ώστε να προκύψει μια εκ νέου ερμηνεία τους. Η Κιούρτη υπογράμμισε ότι το ελληνικό καλοκαίρι είναι και η σχέση με τους ανθρώπους, αναφέροντας το έργο της στη Τζιά που ενισχύει τη σύνδεση με κοινότητα.

Μίλησε για συμβολικές και συναισθηματικές αναφορές, για το «ελάχιστο» ως αντίδοτο στην καταπιεστική χλιδή και για επιμελημένη απλότητα χωρίς απώλεια ποιότητας. Κλείνοντας, τόνισε ότι οι αρχιτέκτονες δεν σχεδιάζουν μόνο κτίρια αλλά και τις κοινότητες επισκεπτών που αυτά προσελκύουν.

Στη συζήτηση για το παραλιακό μέτωπο της Αθήνας, με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, το συνέδριο άνοιξε την κλίμακα προς την πόλη και τον μετασχηματισμό της. Αναδείχθηκε η Αθηναϊκή Ριβιέρα ως χώρος με αυτόνομη ταυτότητα αλλά και ως προέκταση της πόλης. Ο Θάνος Αθανασόπουλος τόνισε το προνόμιο της άμεσης επαφής της Αθήνας με τη θάλασσα, τη μεταβολή της διεθνούς εικόνας και τον καταλυτικό ρόλο του Ελληνικού στη διαμόρφωση συλλογικού φαντασιακού και τον καθορισμό αξιών γης. Η Μαρίκα Μαυρολέων μίλησε για μετάβαση από αποσπασματικές αναπτύξεις σε ενιαίο αφήγημα, με ανάγκη σύνδεσης διεθνών επενδύσεων με τοπική δράση, προσβασιμότητα και μικτές χρήσεις. Η Μαριαλένα Τσόλκα στάθηκε στη ριζική αλλαγή νοοτροπίας της πόλης απέναντι στη θάλασσα, συνδέοντας σύγχρονη πολυτέλεια με φύση, βιωσιμότητα και πολιτιστικό βάθος. Ο Παύλος Χατζηαγγελίδης εξήγησε ότι η έντονη παραγωγή δεν είναι νέο ύφος, αλλά ενσωμάτωση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού στην αγορά κατοικίας, με διεθνή ζήτηση και ανάδειξη αρχιτεκτονικών brands. Το συμπέρασμα που αναδύθηκε είναι πως η ωρίμανση της Ριβιέρας απαιτεί χρόνο, διαχείριση και σύνδεση με την καθημερινή ζωή.

Σε ένα από τα πιο πυκνά πάνελ του συνεδρίου, οι τοποθετήσεις έφεραν την αγορά στο προσκήνιο. Ο Δημήτρης Τσίγκος, ο Μίλτος Καμπουρίδης (Dolphin Capital) και ο Hassan Morshedy χαρτογράφησαν προκλήσεις και ευκαιρίες της ελληνικής αγοράς. Ο Τσίγκος τόνισε ότι η «αρχιτεκτονική επανάσταση» γίνεται μόνο μέσω νομοθεσίας: χωρίς θεσμική στήριξη δεν μπορούν να υλοποιηθούν καινοτόμες ιδέες. Παρουσίασε το retrofuturism ως προσέγγιση αυθεντικότητας που κρατάει τη μνήμη τόπου. Ο Καμπουρίδης εξήγησε πως η Ελλάδα έχει λίγα ultra luxury resorts καθώς η δημιουργία αυτών απαιτεί συνεργασίες και σαφές πλαίσιο. Ο Morshedy μίλησε για άνοδο της Αθηναϊκής Ριβιέρας ενώ προανήγγειλε έργα πολλαπλών χρήσεων. 

Σε μια ένδειξη του πόσο ολιστικά αντιμετωπίζεται πλέον η εμπειρία φιλοξενίας, η συζήτηση «The wellness sleep case» έφερε στο προσκήνιο τον ύπνο ως βασική υποδομή. Με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, ο Δρ. Τιβέριος Οικονόμου ανέδειξε τον ύπνο ως στρατηγικό πυλώνα της σύγχρονης φιλοξενίας. Είπε ότι το υπνικό περιβάλλον είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας ποιότητας. Τόνισε ότι το στρώμα πρέπει να προσαρμόζεται σε σώμα, στάση ύπνου και μυοσκελετικά δεδομένα, ενώ ο αερισμός αποτρέπει υπερθέρμανση. Αναφέρθηκε στη διαχείριση jet lag και στη δυναμική του sleep tourism, καταλήγοντας ότι χωρίς ποιοτικό ύπνο δεν υπάρχει ουσιαστική ξενοδοχειακή εμπειρία. 

Στην keynote ομιλία που ακολούθησε, ο Δημήτρης Καραμπατάκης (συνιδρυτής K Studio) προσέγγισε το ζήτημα του «ποια είναι η νέα Μύκονος» επιλέγοντας να ανατρέψει την ίδια τη βάση του ερωτήματος. Η ομιλία λειτούργησε ως ιδανικό κλείσιμο για έναν απολογισμό του συνεδρίου που επιμένει στη σύνθετη έννοια του τόπου. Ο ίδιος ανέφερε πως το location location location παρερμηνεύεται ως στατικό και αμετάλακτο, ενώ η αξία ενός τόπου παράγεται από συνειδητές επιλογές. Η αξία γεννιέται όταν το σωστό πράγμα τοποθετείται στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, με σεβασμό στις ποιότητες κάθε τοποθεσίας. Κάθε τόπος είναι οικοσύστημα φύσης, κουλτούρας και κοινότητας το οποίο δεν αντιγράφεται, άρα η «Νέα Μύκονος» δεν είναι άλλος προορισμός, αλλά η ίδια η Μύκονος, αν εξελιχθεί υπεύθυνα και αυθεντικά.

Στο τελευταίο πάνελ της πρώτης μέρας με τον Δημήτρη Καραμπατάκη αυτή τη φορά σε ρόλο συντονιστή, το ερώτημα επαναπροσδιορίστηκε ως εξέλιξη και όχι ως αντιγραφή. Ο ίδιος πρότεινε να αντικατασταθεί το τρίπτυχο location με φύση, πολιτισμό και κοινότητα, ορίζοντας την τοποθεσία ως ζωντανό οικοσύστημα ισορροπιών και συγκρούσεων και συνοψίζοντας πως «η Μύκονος είναι η νέα Μύκονος, η Τήνος η νέα Τήνος».

Η Εύα Παπαδάκη (ιδρύτρια 10 AM Lofts και 10 AM Apotheiki) μίλησε για ευθύνη απέναντι στο ίδιο το κτίριο και στη μνήμη του, από το Γκάζι έως την Αντίπαρο, με οδηγό το πάθος. Ο Serdar Kutucu (CEO, Slowness) ανέλυσε τη Slowness ως εγχείρημα με θετικό αποτύπωμα που βασίζεται στη συνδημιουργία με τις κοινότητες και την παραγωγή κληρονομιάς του μέλλοντος. Ο Κωστής Καρατζάς (ιδρυτής The Greek Foundation και Modernist Hotels) τόνισε τη σημασία της καταγραφής του παρόντος ως κληρονομιάς του αύριο και τη μετάβαση από θεωρία στην πράξη. Το κοινό συμπέρασμα, ήταν ότι ο σχεδιασμός προσκαλεί συγκεκριμένους ανθρώπους, και η αλλαγή έρχεται από πολλά μικρά, συνεπή βήματα με ευθύνη.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Τη δεύτερη μέρα η συζήτηση άνοιξε με το πάνελ «City Inside Out | The Hotel as Urban Concept and Connector», με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή. Οι ομιλητές προσέγγισαν το ξενοδοχείο πόλης ως αστικό κόμβο και όχι ως απομονωμένο προϊόν. Ο Johan Annerhed (OOAK Architects) τόνισε ότι οι επισκέπτες αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες, με την αρχιτεκτονική να λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός, αναφερόμενος στο Social Athens ως παράδειγμα ανοίγματος προς την πόλη. Ο Άρης Γιαννόπουλος (WOA Architects) περιέγραψε το concept ως «ομπρέλα» που ενοποιεί λειτουργία και αφήγηση, προειδοποιώντας για τη παραγωγή χωρίς συναίσθημα και παρουσιάζοντας το Gatsby ως στρατηγική που ξεκινά πριν το άνοιγμα της λειτουργίας του ξενοδοχείου. Ο Σωτήρης Ανυφαντής (A2 Architects) μίλησε για γειτονιές ως micro brands και για το Laventure στον Ψυρρή, ενώ ο Νίκος Χατζηγιάννάκης (WOBI Architects) συνέδεσε την αρχιτεκτονική με το προφίλ του επισκέπτη. Η Vivian Gkerou (WeDesign Lab) υπογράμμισε τη σημασία του customer journey και του συχνά αόρατου back of house. 

Από τον αστικό ιστό, η συζήτηση πέρασε στην έννοια της ατμόσφαιρας. Στο πάνελ «It’s all about the vibe» παρουσιάστηκε η μεταμόρφωση του πρώην Kempinski Θεσσαλονίκης στο ξενοδοχείο September. Η Μαρία Δέδα υπογράμμισε ότι το design οφείλει να λειτουργεί ως επιχειρησιακό asset, με πυλώνες τη διαχρονικότητα, την ευελιξία και τη σωστή συντήρηση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο back of house. Ο Γιώργος Σπυρίδης περιέγραψε το September ως υβρίδιο city hotel και resort, όπου η εμπειρία υπερισχύει της εικόνας των δωματίων. Μίλησε για το μοντέλο bleisure, τη σταδιακή ανακαίνιση και τη σημασία της φήμης (word of mouth). Το πάνελ κατέληξε ότι το vibe δεν σχεδιάζεται επιφανειακά, αλλά προκύπτει από τη σύνθεση ανθρώπων, χώρων και λειτουργίας.

Η έννοια της εμπειρίας εμφανίστηκε και στο πάνελ «The Passion Principle | Designing for the Post Experiential Traveler». Ο Matt Turner μίλησε για τη μετάβαση από τα θεάματα σε εμπειρίες συναισθηματικού βάθους, θέτοντας το ερώτημα πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίξει και όχι να αντικαταστήσει τον άνθρωπο. Ο Jason Holley (Principal, Universal Design Studio) ανέπτυξε την έννοια του entanglement, υπογραμμίζοντας ότι η φιλοξενία είναι πυρήνας της ανθρώπινης συνύπαρξης και προειδοποιώντας ότι το “frictionless perfection” οδηγεί σε ομοιομορφία. Οι Maria Heidenreich και Tom Heidenreich (ιδρυτές του Stiegnhaus στην Αυστρία) μίλησαν για τη μικρή κλίμακα ως συνθήκη αυθεντικής σύνδεσης, με τον Tom να σημειώνει ότι η αυτοματοποίηση στο παρασκήνιο απελευθερώνει χρόνο για πραγματική ανθρώπινη επαφή. Το πάνελ έκλεισε με τη χαρακτηριστική φράση «Don’t design for Instagram».

Ακολούθησε το πάνελ «Hospitality without Boundaries», με συντονιστή τον Κώστα Παναγάκη και ομιλητές τους Will Meyer (Founder & Principal, Meyer Davis Studio) και Aurélie Schwend (Director of Interior Design, Luxury, Marriott International). Η Schwend παρουσίασε το Hotel Arts Barcelona ως παράδειγμα που επανατοποθετεί τις στιγμές των διακοπών σε μια μεγάλη πόλη, ενώ ο Meyer μίλησε για το Four Seasons Athens ως αστικό resort. Και οι δύο υπογράμμισαν ότι η εμπειρία συνδέεται με το design. Σχετικά με την ευεξία, συμφώνησαν πως αποτελεί πλέον αναμενόμενο στοιχείο, αρκεί να συνδέεται ουσιαστικά με τον τόπο.

Η γεωγραφία άλλαξε, αλλά το ερώτημα της ταυτότητας παρέμεινε κεντρικό στη συζήτηση «Between the Desert and the Sea», όπου η Δανάη Μακρή συνομίλησε με τη Μάρα Παπαβασιλείου (αρχιτέκτονα, συνιδρύτρια των micromega). Η Παπαβασιλείου μίλησε για τις ομοιότητες Ελλάδας και Αιγύπτου ως προς το φως και το πολιτισμικό βάθος, αλλά και για τις έντονες διαφορές κλίμακας και φύσης οι οποίες καθιστούν κρίσιμο τον επιμελημένο σχεδιασμό των εσωτερικών χώρων. Παρουσίασε τη μεθοδολογία του γραφείου η οποία βασίζεται στην δημιουργία μιας ενιαίας αφήγησης από την έρευνα έως το masterplan, αναλύοντας τα έργου Σέμου και Σάχα Μάα ως παραδείγματα ένταξης στον τόπο. 

Η βιωσιμότητα ως ταυτότητα αναδείχθηκε στο panel για το Tella Thera στη Δυτική Κρήτη. Με συντονίστρια τη Δανάη Μακρή, ο Λουκάς Τουρκομάνης (ιδιοκτήτης και ξενοδόχος) μίλησε για τη βιωσιμότητα ως προσωπικό και συλλογικό ταξίδι που αφορά την κοινότητα, την τοπική οικονομία και τον πολιτισμό. Η Στέλλα Πιερή (Principal, Pieris Architects) παρουσίασε το αρχιτεκτονικό concept ‘Future Primitivism’, που συνδυάζει τοπικά υλικά, βιοκλιματικό σχεδιασμό και σύγχρονη τεχνολογία. Η ένταξη στα Design Hotels παρουσιάστηκε ως αναγνώριση αξιών και όχι ως απλή εμπορική ετικέτα.

Ο φωτισμός τέθηκε στο επίκεντρο του πάνελ Light Signature, με συντονίστρια την Κάτια Κολοβέα (ιδρύτρια της Archifos). Ο Κάρολος Ραάτ (NEXT Design) μίλησε για το φως ως καθοριστικό στοιχείο της εμπειρίας, ο Θωμάς Γραβάνης (L+DG Lighting Architects) για τον φωτισμό ως εργαλείο ροής και μνήμης, ο Γιώργος Αναγνωστάκης (IFI Lighting) για το storytelling και τις σκηνές φωτός, και ο Θωμάς Αθανασόπουλος (AGK Group) για την εξέλιξη των έξυπνων και βιώσιμων συστημάτων. Το κοινό συμπέρασμα ήταν ότι ο φωτισμός αποτελεί στρατηγική αξία και όχι διακοσμητική προσθήκη.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η συζήτηση της Δανάης Μακρή με τον Δημήτρη Φιλιππίδη (αρχιτέκτονα και συγγραφέα) ανέδειξε το τοπίο ως ενεργό πεδίο μνήμης. Ο Φιλιππίδης χαρακτήρισε την «έλλειψη πρασίνου» μυθολογία, προτείνοντας μια ανάγνωση των αστικών κενών ως δημιουργικών ανοιγμάτων και φορέων δυναμικών ποιοτήτων. 

Το τοπίο ως υποδομή ανθεκτικότητας αναπτύχθηκε στο πάνελ «Shaping Ground», με ομιλητές τους Θωμάς Δοξιάδης (Doxiadis+), Κατερίνα Βασιλείου (HPLAA), Θανάσης Πολυζωίδης (TPOL, topio7 team), Ελένη Τσιριντάνη, Αντώνης Σκορδίλης (Ecoscapes) και Κάρολος Χανικιάν (Greenways Chanikian). Από τη διαχείριση νερού έως τις φυτοκοινωνίες, το κοινό μήνυμα ήταν ότι έδαφος, μνήμη και φύση συνδέουν όλες τις κλίμακες σχεδιασμού.

Η έννοια της immersive φιλοξενίας επανήλθε με τη Μαρίνα Καραμαλή (KKMK Architects) και τους ξενοδόχους Helen Logas, Λευκοθέα Γεωργαντή και Δημήτρη Μάργαρη, οι οποίοι μίλησαν για την αρχιτεκτονική που δημιουργεί συναίσθημα χωρίς προσποίηση και για ξενοδοχεία που χτίζουν σχέσεις με την τοπική κοινωνία.

Σε αυτό το πλαίσιο, στην keynote της, η Vivian Paraschou (Sustainability Business Development Leader, Schneider Electric) υπογράμμισε ότι η απανθρακοποίηση δεν είναι trend, αλλά στρατηγικό εργαλείο ανθεκτικότητας και κερδοφορίας. Με έμφαση στη σύνδεση βιωσιμότητας και επιχειρησιακής απόδοσης, παρουσίασε παραδείγματα έργων όπου οι παρεμβάσεις μείωσαν το κόστος και βελτίωσαν ταυτόχρονα την εμπειρία, δείχνοντας ότι η βιωσιμότητα μπορεί να λειτουργήσει ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και όχι ως επικοινωνιακή ετικέτα. Έτσι, η συζήτηση για το «πράσινο» πέρασε από την ηθική επιταγή στη λειτουργική αναγκαιότητα.

Αμέσως μετά, ο Γιάννης Τσάκαλος (ιδρυτής της AQ Strategy) έθεσε το στρατηγικό πλαίσιο για το μέλλον του ελληνικού τουρισμού, επιμένοντας ότι η χώρα μεταβαίνει από τους δείκτες πληρότητας στους δείκτες ποιότητας. Όπως τόνισε, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον «πόσοι έρχονται», αλλά «τι αξία μένει στον τόπο». Περιέγραψε την ανάκαμψη των αφίξεων μετά την πανδημία ως ανάκαμψη σε σχήμα V και εκτίμησε ότι, με σημείο αναφοράς το 2025, η Ελλάδα μπορεί να φτάσει τα 50 εκατομμύρια αφίξεις έως το 2030, με συνεισφορά 12,7% άμεσα και 31% έμμεσα στο ΑΕΠ. Ανέλυσε τάσεις, από Gen Z και Millennials και την αγορά εμπειρίας έως το wellness, το luxury travel και τους digital nomads, εντάσσοντας στον ίδιο χάρτη τις επιπτώσεις της AI, των AI agents, των virtual cards και του digital identity.

Με έμφαση στην κλιματική κρίση, τον υπερτουρισμό και την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, κατέληξε σε πυλώνες αξίας: άνθρωποι, δίκαιη εργασία, τοπική παραγωγή, πολιτισμός, βιωσιμότητα και ισορροπημένη ανάπτυξη.

Από τη στρατηγική ματιά, η συζήτηση πέρασε στη βιωματική εμπειρία. Ο Κώστας Παναγάκης συντόνισε έναν ειλικρινή διάλογο με δύο διεθνείς general managers που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, τον Gerald Krischek (General Manager, One&Only Aesthesis, Αθήνα) και τον Pedro Dias (General Manager, Amanzoe, Πόρτο Χέλι). Ο Krischek συνέκρινε την Αθήνα του 2004 με τη σημερινή πόλη, περιγράφοντας τη μετάβαση από μια πρωτεύουσα που «έψαχνε την αυτοπεποίθησή της» σε έναν ώριμο, πολιτιστικό προορισμό που «είναι άνετος να είναι ο εαυτός του», ενώ σημείωσε ότι η Αθηναϊκή Ριβιέρα λειτουργεί ως νέο επίπεδο εμπειρίας. Ο Dias υπογράμμισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή και χρειάζεται ισορροπία, επιμένοντας πως η ποιοτική ανάπτυξη δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε projects, αλλά απαιτεί επένδυση σε υποδομές και κυρίως στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Ο Krischek ανέδειξε τη φιλοξενία και το φιλότιμο ως άυλο πλεονέκτημα σύνδεσης, ενώ ο Dias προειδοποίησε ότι η ασυνέπεια είναι η μεγαλύτερη ευαλωτότητα.

Στη συνέχεια, το συνέδριο έστρεψε το βλέμμα του στην αφήγηση ως εργαλείο τόπου. Η Δανάη Μακρή συζήτησε με την Amber Charmei (συγγραφέα και culture travel writer που ζει στην Ελλάδα και συνεργάζεται με τον όμιλο της Καθημερινής) για το πώς οι τόποι μετατρέπονται σε ιστορίες χωρίς να εγκλωβίζονται στην υπερπροβολή. Η Charmei εξήγησε ότι την ελκύουν «μέρη που κανείς δεν μιλάει γι’ αυτά», όπως λιμνοθάλασσες και αλιευτικές κοινότητες, όπου η εμπειρία χτίζεται από λεπτομέρειες και ίχνη. Τόνισε ότι η εικόνα και ο λόγος μπορούν να «ανοίγουν χώρο» όταν αφήνουν σιωπές, αποφεύγοντας την υπερφόρτωση περιγραφών. Προειδοποίησε για τον κίνδυνο υπερφόρτωσης ευάλωτων τόπων, ενώ αναγνώρισε τα social media ως αφετηρία σχέσης, όχι ως αυτοσκοπό. 

Στη συνέχεια η Εύα Μανιδάκη μίλησε με τη Δανάη Μακρή για τη σχέση θεάτρου, κινηματογράφου και φιλοξενίας.

Η Μανιδάκη, ως αρχιτέκτονας και σκηνογράφος, περιέγραψε τον χώρο ως δεύτερο κείμενο που γεννά πολλαπλές αναγνώσεις μέσα από φως, χρονικότητα, παύση και διαδοχή.

Αναφέρθηκε στην ανοιχτή ερμηνευτικότητα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και στη διεθνή πρόσληψή της, επισημαίνοντας την παγκόσμια αναγνώριση της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Για τη σκηνογραφία του Hotel Experience, που σχεδιάστηκε με τον Θανάση Δεμίρη και τον Δημήτρη Ζαβόπουλο, εξήγησε πώς η κινηματογραφική αφήγηση μεταφράστηκε σε χωρική εμπειρία, με κάθε περίπτερο να λειτουργεί ως δωμάτιο ξενοδοχείου. Κλείνοντας, υπογράμμισε τη σημασία της τοπικότητας και της αισθητηριακής σύνδεσης με τον τόπο ως αντίβαρο στην ομογενοποίηση.

Η Μυρτώ Κουτσοβούλου (αρχιτέκτων και Chief Operations Director, Πωτηρόπουλος and Partners) ανέλυσε στην keynote ομιλία της πώς η σύμπραξη εργασίας και αναψυχής (bleisure)μετασχηματίζει τη σύγχρονη φιλοξενία. Εξήγησε ότι η έρευνα του γραφείου ξεκίνησε από πραγματικό αίτημα πελάτη για έναν χώρο χωρίς σαφή όρια ανάμεσα σε business και leisure, θέτοντας το ερώτημα πώς σχεδιάζεται «μια εμπειρία χωρίς όρια». Παρουσίασε δεδομένα που δείχνουν ότι πάνω από το 60% των επαγγελματιών συνδυάζουν εργασία και διακοπές, με την εξ αποστάσεως εργασία να καθιστά το bleisure καθημερινότητα. Για αυτόν τον ταξιδιώτη, το ξενοδοχείο λειτουργεί ως τρόπος προσωρινής ζωής, απαιτώντας ευελιξία, ταυτότητα και ρυθμό. Περιέγραψε το ξενοδοχείο ως υβριδικό οργανισμό, όπου lobby, δωμάτια και εξώστες αλλάζουν ρόλους μέσα στη μέρα, και τόνισε τον ρόλο της αρχιτεκτονικής ιδέας, της ζωνοποίησης, του modular σχεδιασμού, της τεχνολογίας, της επαφής με τη φύση και του biophilic design.

Από το θέμα της προσαρμοστικότητας, η συζήτηση κινήθηκε προς τη διαχρονικότητα. Η Δανάη Μακρή μίλησε με την Ουρανία Πικραμένου (αρχιτέκτονα και ιδρύτρια, Deplot Architects) για το πώς μπορούν να σχεδιάζονται σήμερα κτίρια που δεν θα αποτελέσουν τα ερείπια του μέλλοντος. Η Πικραμένου τόνισε ότι τα μελλοντικά ερείπια συχνά είναι «καταδικασμένα» ήδη από τη σύλληψή τους λόγω έλλειψης πρόθεσης και συνείδησης, παρουσιάζοντας έργο στα Εξάρχεια όπου κτίριο της δεκαετίας του εβδομήντα μετατράπηκε σε ευέλικτο χώρο φιλοξενίας με δυνατότητα μελλοντικής κατοικίας. Αναφέρθηκε επίσης σε έργο στη Σαντορίνη, όπου αντί για κατεδάφιση επιλέχθηκε συντήρηση και καθοδήγηση από το ίδιο το τοπίο.

Η κλίμακα του συνεδρίου διευρύνθηκε διεθνώς στο πάνελ Africa’s new narrative: branding the future of travel and tourism from local partners to global players”, με επιμέλεια της Bottega Bogna. Ο Justin Quirk (travel writer και creative director) συντόνισε τη συζήτηση, παρουσιάζοντας την Ανατολική Αφρική ως δυναμική περιοχή του παγκόσμιου travel. Ο Ross Evans (CEO, Hemingways Collection) περιέγραψε την έντονη μεταπανδημική ανάπτυξη και τη στροφή διεθνών brands προς την περιοχή, προβλέποντας έως 15 εκατομμύρια αφίξεις έως το 2027. Τόνισε ότι το safari επαναπροσδιορίζεται ως purpose led εμπειρία με αυστηρούς κανόνες πυκνότητας και προστασίας γης, και ότι η πραγματική πολυτέλεια βρίσκεται στην ανθρώπινη σύνδεση, συνοψίζοντας τη φιλοσοφία στο «Every stay a story». Ο Adrian Caddy (Founder, Greenspace) ανέλυσε πώς το design και το branding στηρίχθηκαν σε όσα ήδη υπήρχαν, αποφεύγοντας κλισέ και αναδεικνύοντας τους ανθρώπους ως πυρήνα της εμπειρίας. Το συμπέρασμα ήταν ότι το μέλλον του αφρικανικού travel χτίζεται μέσα από αυθεντικότητα και βαθιά κατανόηση του τοπικού χαρακτήρα.

Στο πάνελ “Trends in contemporary art through the hospitality lens”, με επιμέλεια της Double Decker, ο Poka Yio (συνιδρυτής και ιδρυτικός διευθυντής της Athens Biennale και αναπληρωτής καθηγητής στην ΑΣΚΤ) συνομίλησε με τη Μελίτα Σκαμνάκη και τον Wilhelm Finger. Η Σκαμνάκη περιέγραψε τη δουλειά τους ως δημιουργία ολοκληρωμένων συλλογών σύγχρονης τέχνης για high end hospitality, με έμφαση στη συγκρότηση νοήματος και αφήγησης. Οι ομιλητές ανέλυσαν την επιμέλεια ως διαδικασία design thinking που βασίζεται σε έρευνα για τον τόπο, ενώ υπογράμμισαν ότι η τέχνη είναι ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται στον χρόνο.

Τόνισαν ότι οι τολμηρές επιλογές αντέχουν περισσότερο από τις ασφαλείς, συνδέοντας τη σύγχρονη τέχνη στη φιλοξενία με τη μνήμη και τη δημιουργία βιωματικών χώρων.

Με επίκεντρο τη φροντίδα, το πάνελ “Designing for Healthspan: Wellness, Longevity, and the New Hotel Paradigm” ανέδειξε τη μετατόπιση της ευεξίας (wellness) από συμπληρωματική παροχή σε κεντρική στρατηγική. Τη συζήτηση συντόνισε ο Νίκος Κουρεμένος (μέλος του Wellness Tourism Initiative Committee του Global Wellness Institute και ιδρυτής της Wellbright Wellness Consultancy), τονίζοντας ότι το wellness δεν είναι πλέον πολυτέλεια αλλά ενσωματωμένο σύστημα φροντίδας. Η Valentina Cereda (integrative architect και ιδρύτρια, Energy and Space) μίλησε για την αρχιτεκτονική ως ζωντανό οικοσύστημα, η Sandy Johannessen (Corporate Head of Spa and Wellness) ανέλυσε τη μετάβαση των spa σε medical wellness μοντέλα, ο Ιωάννης Χαραλάμπους (Director of Brands and Spa Development, Relia Trading Ltd) περιέγραψε τα spa ως αυτόνομους προορισμούς, και ο Gregory Liasides (COO, LAMPSA Group) υπογράμμισε ότι η ευεξία είναι στοιχείο στρατηγικής τόσο στα city hotels όσο και στα resorts.

Καθώς η συζήτηση επέστρεφε στη γη και στην παραγωγή, το πάνελ From soil to stay: Wine Place and Hospitality έδωσε μια πιο απτή εκδοχή της εμπειρίας. Ο Αρτέμιος Λαϊνάς (wine experience designer) αμφισβήτησε τη ρηχή χρήση της λέξης «εμπειρία», τονίζοντας ότι η ουσιαστική φιλοξενία απαιτεί έξοδο από το comfort zone. Ο Κύρος Μελάς (ιδρυτής, La Tour Melas) μίλησε για τη δημιουργία μιας διαμονής που λειτουργεί σαν σπίτι. Η Μαρία Δήμου (marketing and PR, Κατώγι Αβέρωφ) παρουσίασε το ιστορικό μοντέλο που συνδέει αμπελουργία, πολιτισμό και φιλοξενία στο Μέτσοβο. Ο Φραγκίσκος Καρέλας (ιδρυτής, Eumelia Organic Farm) περιέγραψε ένα ολιστικό αγροτουριστικό μοντέλο βασισμένο στη βιωματική μάθηση. 

Στο πάνελ “Heritage, Activated!”, η Βαρβάρα Αυδή (Strategic Hospitality Business Advisor και Chair of Historic Hotels of Europe) συντόνισε μια συζήτηση για το πώς η κληρονομιά γίνεται ζωντανή εμπειρία. Ο Αντώνης Σγαρδέλης (ιδρυτής και ιδιοκτήτης, Kinsterna Hotel and Spa, Μονεμβασιά) συνέδεσε τη φιλοξενία με την αποκατάσταση ιστορικών δομών και την αυτάρκεια. Ο Αλέξανδρος Κυρίμης (ιδιοκτήτης, Kyrimai Hotel, Μάνη) όρισε την κληρονομιά ως ευθύνη. Ο Ιάσονας Κατηφέογλου (CEO, NWH Group, Λονδίνο) μίλησε για τη φιλοσοφία «Make something that was once loved, loved again». Ο Δημήτρης Σταυρακόπουλος (επιμελητής, Hermoupolis Textile Museum) περιέγραψε τη διάσωση ενός εργοστασίου ως βιωματική εμπειρία. Η κοινή συνισταμένη ήταν ότι αυθεντικότητα, άνθρωποι και μνήμες ορίζουν την ουσία της πολυτέλειας.

Στην τελευταία συζήτηση του Hotel Experience, ο Κωνσταντίνος Δεριζιώτης (CEO και ιδρυτής, KSD Business Solutions, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του ΕΒΕΑ για τον τουρισμό) συνομίλησε με τον Αλέξανδρο Αγγελόπουλο (αντιπρόεδρο της ΕΕΝΕ) για το μέλλον του ελληνικού τουρισμού έως το 2030. Ο Δεριζιώτης σκιαγράφησε τρία πρόσωπα του ίδιου μοντέλου μέσα από παραδείγματα από το Ηράκλειο, τα Κύθηρα και την Κέρκυρα. Ο Αγγελόπουλος ανέλυσε πέντε κομβικές παραμέτρους, από τη μεταβολή του ευρωπαϊκού επισκέπτη και τη συρρίκνωση της αγοραστικής του δύναμης έως τον καθοριστικό ρόλο της τεχνολογίας, την κλιματική κρίση και την ανάγκη αυθεντικότητας που ξεκινά από το ίδιο το αρχιτεκτόνημα. Περιέγραψε τρία συνυπάρχοντα μοντέλα τουρισμού και τόνισε την ανάγκη εθνικού αφηγήματος και βιώσιμων υποδομών.

Το κοινό συμπέρασμα, με το οποίο έκλεισε και το συνέδριο, ήταν σαφές: χωρίς υπομονή, αυθεντικότητα και τον άνθρωπο στο επίκεντρο, το μοντέλο δεν αντέχει στον χρόνο.

Στοιχεία διοργάνωσης
Τίτλος διοργάνωσης HOTEL EXPERIENCE
Τυπολογία Συνέδριο, Έκθεση
Τοποθεσία Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων
Ημερομηνία Σάββατο 18 & Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025
Εxperience Design & Art Direction by Flux Office / Εύα Μανιδάκη & Θανάση Δεμίρη
Διεύθυνση Παραγωγής & Καλλιτεχνική επιμέλεια Βασίλης Μπαρτζώκας/Design Ambassador
Συμπαραγωγή και Εμπορική Διεύθυνση Άρης Μαρινάκης / Architectural Editions
Φωτογραφία Αφροδίτη Χουλάκη για την Design Ambassador


RELATED ARTICLES