Στο έργο των TRAIL [practice], η εμπορική λειτουργία προσεγγίζεται ως ενεργό σημείο του σύγχρονου αστικού πολιτισμικού χάρτη. Οι εμπορικοί χώροι σχεδιάζονται ως υβριδικά περιβάλλοντα που διαπραγματεύονται τη σχέση μεταξύ δημόσιου αστικού χώρου και ιδιωτικής εμπειρίας, ενσωματώνοντας τη ροή της πόλης στην εσωτερική χωρική αφήγηση. Μέσα από τη συνεκτική σύνθεση αρχιτεκτονικής, χωρικής οργάνωσης και εταιρικής ταυτότητας, κάθε έργο διαμορφώνει ένα ενιαίο πλαίσιο έκφρασης. Η στρατηγική αυτή προσέγγιση επιτρέπει τη δημιουργία χώρων με σαφή ταυτότητα, πολιτισμική τοποθέτηση και διαχρονική αρχιτεκτονική συνοχή.
Σχεδιαστική Φιλοσοφία
Στην TRAIL [practice] οι επαγγελματικοί χώροι αντιμετωπίζονται ως ζωντανά οικοσυστήματα, όπου η αρχιτεκτονική δεν περιορίζεται στη λειτουργική οργάνωση των χώρων, αλλά συγκροτεί πλαίσια εμπειρίας που μεταφέρουν αξίες, ταυτότητα και συναίσθημα.
Κάθε έργο προσεγγίζεται ως αστική χειρονομία και πράξη πολιτισμικής ένταξης, σε διαρκή διάλογο με την πόλη, το κοινό και το ευρύτερο κοινωνικό του αποτύπωμα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πολιτισμική τοποθέτηση και τη στρατηγική προοπτική, μέσα από την ενοποίηση αρχιτεκτονικής, εσωτερικού σχεδιασμού και ταυτότητας σε ένα συνεκτικό αφήγημα. Η κεντρική ιδέα διατρέχει το σύνολο της σύνθεσης, από τη χωρική οργάνωση έως τη λεπτομέρεια των υλικών, με εναλλαγές κλίμακας και έντασης που εκτείνονται από τη συνολική σύλληψη μέχρι το επιμέρους αντικείμενο και την κατασκευή.
At TRAIL [practice], professional spaces are perceived as living ecosystems, where architecture is not confined to functional organization but instead constructs experiential frameworks that convey values, identity, and emotion.
Each project is approached as an urban gesture and an act of cultural integration, engaging in continuous dialogue with the city, its audience, and its broader social footprint.
Particular emphasis is placed on cultural positioning and strategic vision through the integration of architecture, interior design, and identity into a cohesive narrative. The central idea permeates the entire composition — from spatial organization to material detailing — with shifts in scale and intensity extending from the overall concept to the individual object and its construction.

Η μεθοδικότητα και η σαφής σχεδιαστική μεθοδολογία διασφαλίζουν συνοχή, ενώ η αρχιτεκτονική οργάνωση οδηγεί σε χώρους με δομή, καθαρότητα και διαχρονικότητα.
Κάθε έργο εντάσσεται ενεργά στο εκάστοτε αστικό περιβάλλον συνομιλώντας με τις σύγχρονες εξελίξεις συμβάλλοντας, ταυτόχρονα, στη διαμόρφωσή τους. Η εμπειρία προσεγγίζεται όχι ως απλή διαδρομή, αλλά ως συμμετοχική διαδικασία, όπου ο χρήστης καθίσταται ενεργό μέρος του χώρου.
Στον πυρήνα της πρακτικής βρίσκεται η σύνθεση τριών παραμέτρων — αρχιτεκτονική σκέψη, εμπορική κατανόηση και πολιτισμική τοποθέτηση — που επιτρέπει τη δημιουργία χώρων ευέλικτων, στρατηγικά ισχυρών και ουσιαστικά συνδεδεμένων με το εκάστοτε χρονικό και αστικό τους πλαίσιο.
Methodical thinking and a clearly defined design methodology ensure coherence, while architectural organization leads to spaces characterized by structure, clarity, and timelessness.
Each project is actively embedded within its specific urban context, engaging with contemporary developments while simultaneously contributing to their formation. Experience is conceived not as a simple sequence of movement, but as a participatory process in which the user becomes an active part of the space.
At the core of the practice lies the synthesis of three key parameters — architectural thinking, commercial insight, and cultural positioning — enabling the creation of spaces that are adaptable, strategically strong, and meaningfully connected to their temporal and urban context.
Έργα
Korres Sorbonne στο Παρίσι (2024)
Η ανακαίνιση του πρώτου καταστήματος Korres στο Quartier Latin στο Παρίσι, σε συνεχή λειτουργία για πάνω από μία δεκαετία, αποτέλεσε μια απαιτητική άσκηση προσαρμογής και εξέλιξης, συνδυάζοντας την αρχιτεκτονική μετάφραση της νέας εταιρικής ταυτότητας με τις υψηλές απαιτήσεις της αγοράς του Παρισιού. Η περιορισμένη επιφάνεια και η παραγωγική κάτοψη οδήγησαν στον ορισμό τεσσάρων ορθοκανονικών αξόνων, οι οποίοι οργανώνουν με σαφήνεια τις ροές και τις επιμέρους λειτουργικές ζώνες.
Τα μεγάλα ανοίγματα της όψης αντισταθμίζουν τη μικρή κλίμακα του χώρου, επιτρέποντας την άπλετη διάχυση φυσικού φωτός και διαμορφώνοντας μια συνεχή οπτική συνδιαλλαγή με το αστικό περιβάλλον της Σορβόννης, του πάρκου Paul Painlevé και της Rue des Écoles.
Η επικράτηση του λευκού, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, συγκροτεί έναν καθαρό και σύγχρονο καμβά ανάδειξης των προϊόντων, ενώ οι διαφοροποιημένες λευκές υλικότητες — μάρμαρο, κουρτίνα και ξύλινες κατασκευές — εισάγουν διακριτικές υφικές μεταβολές. Σημεία έμφασης αποτελούν οι κατασκευές από καρυδιά και τα ιδιαίτερα στοιχεία από γαλβανιζέ λαμαρίνα. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στον επανασχεδιασμό των ραφιών Nissos με ραδινές αναλογίες και εξατομικευμένα ξυλογλυπτικά προφίλ, στον κεντρικό πάγκο-προθήκη που παραπέμπει σε εργαστηριακό τραπέζι, καθώς και στην υβριδική ντουλάπα-μπουντουάρ Make-Up, όπου οι πολλαπλές αντανακλάσεις διευρύνουν αντιληπτικά τον χώρο και τοποθετούν τον επισκέπτη στο επίκεντρο της εμπειρίας αγοράς.
The renovation of the first Korres store in Paris’ Quartier Latin, continuously operating for over a decade, was a demanding exercise in adaptation and evolution. The project combined the architectural translation of the brand’s renewed corporate identity with the high standards of the Parisian retail market. The limited floor area and linear layout led to the definition of four orthogonal axes, clearly organizing circulation and the store’s distinct functional zones.
Large façade openings counterbalance the compact scale of the interior, allowing abundant natural light to penetrate the space and establishing an ongoing visual dialogue with the surrounding urban context — the Sorbonne University, the Paul Painlevé park, and the vibrant Rue des Écoles.
The predominance of white, both inside and out, creates a clean and contemporary backdrop that highlights the products, while varied white material expressions — marble, curtain surfaces, and wooden constructions — introduce subtle textural nuances. Walnut elements and distinctive galvanized steel details act as focal points. Particular attention was given to the redesign of the Nissos shelving system, refined with slimmer proportions and custom carved wooden profiles, as well as to the central display counter reminiscent of a laboratory table. The hybrid Make-Up wardrobe-boudoir, with its multiple reflections, visually expands the space and places the visitor at the center of the retail experience.
Στοιχεία έργου
Ομάδα Μελέτης Μάνος Μπαμπούνης, Χαρά Μαρούση
Τοπική Αρχιτεκτονική Ομάδα & Διαχείριση κατασκευών MVMS Architectes
Σχεδιασμός Προϊόντος & Γραφιστικός Σχεδιασμός The Backyard Lab







Tanpopo στην Αθήνα (2023)
Το Tanpopo, πίσω από την πλατεία Κλαυθμώνος, αντλεί το όνομά του τόσο από την ιαπωνική λέξη για το ταραξάκο όσο και από την ομώνυμη ταινία του 1985, συγκροτώντας έναν χώρο ιαπωνικού φαγητού με απλό χαρακτήρα που παραπέμπει σε αστική καντίνα προσαρτημένη στο πεζοδρόμιο.
Η σχεδιαστική προσέγγιση των TRAIL [practice] επιδιώκει τη θόλωση των ορίων δημόσιου και ιδιωτικού, μεταφέροντας τη δράση της κουζίνας σε άμεση οπτική και λειτουργική αλληλεπίδραση με τον δρόμο.
Η κουζίνα τοποθετείται στην όψη και στον πυρήνα της ροής, ως μια ανοιχτή, περιμετρικά προσβάσιμη μεταλλική κατασκευή διπλού ύψους, ενσωματωμένη στον χώρο χωρίς εξάρτηση από τα υφιστάμενα δομικά στοιχεία και με δυνατότητα μεταφοράς. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως ένα αυτόνομο λειτουργικό σύμπαν, με δικό του ρυθμό και κανόνες. Η πλήρης ορατότητα των διαδικασιών προετοιμασίας ενισχύει την αμεσότητα της εμπειρίας, ενώ οι πάγκοι σερβιρίσματος αποτελούν σημεία συνάντησης παρασκευής και κατανάλωσης, με το φαγητό να προσφέρεται απευθείας από τον μάγειρα. Κυρίαρχο υλικό είναι το μέταλλο και οι ανοξείδωτες μεταλλικές επιφάνειες, σε συνδυασμό με γκρι αποχρώσεις και λεπτομέρειες από μάρμαρο Αλιβερίου, που αντιπαραβάλλονται με αδρές υφές σοβά και χτυπητού μαρμάρου. Οι ξύλινοι πάγκοι εισάγουν μια αίσθηση οικειότητας, υποστηρίζοντας παράλληλα τη λειτουργικότητα και τη ροή του ‘eat-and-go concept’.
Tanpopo, located just behind Klafthmonos Square, takes its name from both the Japanese word for dandelion and the eponymous 1985 film. It is conceived as a Japanese eatery with a simple, informal character, reminiscent of an urban food stand unfolding onto the sidewalk.
TRAIL [practice] approaches the design by blurring the boundaries between public and private space, bringing the activity of cooking into direct visual and functional interaction with the street.
The kitchen is positioned along the façade and at the core of the spatial flow, conceived as an open, double-height metal structure accessible on all sides. It is integrated into the space without reliance on the existing structural elements and is designed with the potential for relocation. In this way, it operates as an autonomous functional universe with its own rhythm and rules. Full visibility of the food preparation process enhances immediacy, while the serving counters act as meeting points between preparation and consumption, with dishes offered directly by the chef. Metal and stainless-steel surfaces dominate the material palette, combined with grey tones and details in Aliveri marble, contrasted by rough plaster finishes and bush-hammered marble textures. Wooden counters introduce a sense of familiarity, supporting both functionality and the flow of the eat-and-go concept.
Στοιχεία έργου
Ομάδα Μελέτης Μάνος Μπαμπούνης, Νάσια Φιλίππου, Κωνσταντίνα Εγγλέζου
Κατασκευή Γιώργος Παπαδημητράκης
Σχεδιασμός Φωτισμού Γιώργος Γαρύφαλλος
Γραφιστικός Σχεδιασμός Korax







Elephant & Castle στην Αθήνα (2024)
Το Elephant & Castle είναι ένα κομμωτήριο δύο επιπέδων στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο προσεγγίζεται ως ένα αστικό εσωτερικό τοπίο με αναφορές στη υλικότητα και τη χωρική λογική των δημόσιων χώρων της πόλης. Ενταγμένο σε ένα τυπικό αθηναϊκό κέλυφος, ο χώρος μετασχηματίζεται εκ των έσω σε ένα περιβάλλον φροντίδας, επανάληψης και ρυθμικής εμπειρίας.
Η TRAIL [practice] αποφεύγει τη μιμητική ένταξη στο συγκείμενο και επιλέγει έναν διάλογο ανάμεσα στο νέο και το υπάρχον, που εκφράζεται μέσω ενός διπλού χωρικού συστήματος: ενός καθρέφτη πλήρους μήκους, ο οποίος λειτουργεί ως μηχανισμός διάχυσης, και ενός τοίχου-ραφιέρας με ενσωματωμένα μαρμάρινα ράφια και λευκά μεταλλικά στοιχεία αποθήκευσης.
Ανάμεσα στα δύο, το σώμα του χρήστη εντάσσεται σε μια επαναληπτική χωρική ακολουθία. Η βιτρίνα, πλαισιωμένη με κόκκινο μάρμαρο, λειτουργεί ως ενεργό αστικό κάδρο που εκθέτει τη δραστηριότητα προς την πόλη, εγκαθιδρύοντας μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Η υλικότητα οργανώνεται με χρήση μαρμάρου Διονύσου, μεταλλικών στοιχείων, δερμάτινων ταπετσαριών και λευκών γυαλιστερών επιφανειών, ενώ χρωματιστοί όγκοι λειτουργούν ως λειτουργικοί δείκτες κίνησης και μετάβασης, με κυρίαρχο τον πράσινο όγκο της σκάλας που συνδέει τα δύο επίπεδα. Έτσι, η φροντίδα, η αναμονή και η μεταμόρφωση εντάσσονται σε ένα συνεκτικό, ανακλαστικό αρχιτεκτονικό σύστημα.
Elephant & Castle is a two-level hair salon in the center of Athens, conceived as an urban interior landscape that references the materiality and spatial logic of the city’s public spaces. Housed within a typical Athenian shell, the space is transformed from within into an environment of care, repetition, and rhythmic experience.
TRAIL [practice] avoids a mimetic integration into the existing context, instead establishing a dialogue between the new and the pre-existing. This is articulated through a dual spatial system: a full-length mirror operating as a mechanism of diffusion, and a wall-shelving unit incorporating marble shelves and white metal storage elements.
Between these two components, the user’s body becomes part of a repetitive spatial sequence. The storefront, framed in red marble, functions as an active urban proscenium, exposing the interior activity to the city and establishing a reciprocal relationship between public and private realms. The material palette is organized around Dionysos marble, metal elements, leather upholstery, and glossy white surfaces, while colored volumes act as functional markers of movement and transition. The most prominent is the green stair volume, connecting the two levels. Within this framework, care, waiting, and transformation are integrated into a cohesive and reflective architectural system.
Στοιχεία έργου
Ομάδα Μελέτης Μάνος Μπαμπούνης, Έλλη Παπαχριστοπούλου, Χρύσα Κουλαρμάνη







Sweet Nolan στην Αθήνα (2022)
Το Sweet Nolan στο Σύνταγμα αποτελεί το τρίτο γαστρονομικό εγχείρημα του Nolanverse και διαμορφώνεται από την TRAIL [practice] ως ένα σύγχρονο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής, με σαφή αισθητική και εννοιολογική συνέχεια προς τα υπόλοιπα καταστήματα. Η σχεδιαστική πρόθεση εστιάζει στην αναβίωση της μνήμης των αστικών ζαχαροπλαστείων μέσα σε ένα περιβάλλον το οποίο μεταβάλλεται οπτικά κατά τη διάρκεια της ημέρας και των εποχών. Κεντρικό ρόλο έχει η ιδέα της «κινητής βιτρίνας», η οποία συγκροτείται μέσω ενός συστήματος μαρμάρινων προθηκών και τρόλεϊ μεταφοράς γλυκών, συγκροτώντας ένα αυτόνομο δομικό σύστημα που οργανώνει παραγωγή, έκθεση και πώληση.
Οι καθρέφτες οροφής εντείνουν την εμπειρία μέσω αντανακλάσεων και ενός διαρκούς εφέ ροής, μεταφέροντας συμβολικά την κίνηση της πόλης στο εσωτερικό.
Ένας γραμμικός πάγκος από ανοξείδωτο μέταλλο διατρέχει το εργαστήριο και τον χώρο πώλησης, ενοποιώντας λειτουργικά και νοηματικά τις δύο ζώνες, με το παρασκευαστήριο να λειτουργεί ως πυρήνας του χώρου. Η χρήση τοπικών μαρμάρων Διονύσου, Θάσου και Σάντα Κλάρα παραπέμπει στην παράδοση των αστικών ζαχαροπλαστείων, ενώ το μωσαϊκό δάπεδο από μαρμάρινα ρετάλια και τα ειδικά σχεδιασμένα αντικείμενα ενισχύουν τη χειροποίητη ταυτότητα και την έμφαση στη λεπτομέρεια.
Το έργο Sweet Nolan έλαβε βραβείο στην κατηγορία Καταστήματα της ενότητας Εσωτερικοί Χώροι και Φωτισμός των GRAIL Awards 2026.
Sweet Nolan in Syntagma is the third gastronomic venture of the Nolanverse and is designed by TRAIL [practice] as a contemporary pastry laboratory, maintaining clear aesthetic and conceptual continuity with the brand’s other spaces. The design intent centers on reviving the memory of traditional urban patisseries within an environment that shifts visually throughout the day and across seasons. Central to the concept is the idea of the “mobile display,” formed through a system of marble showcases and dessert trolleys, creating an autonomous structural framework that organizes production, display, and sales.
Ceiling mirrors intensify the spatial experience through reflections and a continuous sense of flow, metaphorically bringing the movement of the city into the interior.
A linear stainless-steel counter runs through both the laboratory and the retail area, unifying them functionally and conceptually, with the preparation space operating as the core of the store. The use of local marbles — Dionysos, Thassos, and Santa Clara — references the tradition of urban confectioneries, while the terrazzo floor made from marble offcuts and the specially designed objects reinforce the handcrafted identity and attention to detail.
Sweet Nolan received an award in the Retail category of the Interior Spaces and Lighting section at the GRAIL Awards 2026.
Στοιχεία έργου
Ομάδα Μελέτης Μάνος Μπαμπούνης, Έλλη Παπαχριστοπούλου, Νάσια Φιλίππου
Σχεδιασμός Κωνσταντίνα Εγγλέζου
Γραφιστικός Σχεδιασμός K2design
Κατασκευή Epinoia









Bio
TRAIL [practice] αντιλαμβάνεται τον χώρο ως ένα δυναμικό και διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο αλληλεπίδρασης. Για το γραφείο, ο σχεδιασμός υπερβαίνει τις τρεις διαστάσεις, εστιάζοντας στις σύνθετες σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και περιβάλλοντος. Η τεχνογνωσία, η μη συμβατική ανάγνωση του υπάρχοντος και ο σεβασμός στις ανάγκες του χρήστη αποτελούν βασικά εργαλεία της σχεδιαστικής του προσέγγισης.
Η ομάδα αντιμετωπίζει κάθε έργο ως μοναδικό, θέτοντας τη διαφοροποίηση ως κρίσιμο στοιχείο της δημιουργικής διαδικασίας. Στόχος είναι η διαμόρφωση δυναμικών αφηγήσεων που ενσωματώνουν τις ιδιαιτερότητες του τόπου και των χρηστών στις χωρικές ποιότητες του τελικού αποτελέσματος. Οι αφηγήσεις αυτές αποκτούν γλυπτικό χαρακτήρα μέσω της επανεισαγωγής υλικών που υπάρχουν στο άμεσο περιβάλλον, με απρόσμενες μεθόδους και τεχνικές. Μέσα από ελάχιστες παρεμβάσεις, δημιουργούνται αρχιτεκτονικές εμπειρίες που αντλούν από την παράδοση, ενώ ταυτόχρονα αντανακλούν την πολυπλοκότητα της σύγχρονης ζωής. Η οικο-ευαίσθητη προσέγγιση εφαρμόζεται σε έργα διαφορετικής κλίμακας και πολυπλοκότητας, με συνεχή πειραματισμό στη σχέση εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος.
Οι συνεργασίες με σημαντικά εμπορικά ονόματα επιβεβαιώνουν την εξειδίκευση του γραφείου στη διαμόρφωση αναγνωρίσιμης εταιρικής ταυτότητας, ικανής να επαναλαμβάνεται διακριτικά και να εκφράζεται κάθε φορά με μοναδικό τρόπο. Όταν η σύνθεση υπερβαίνει τα φυσικά όρια και εξελίσσεται σε αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο, ο σχεδιασμός λειτουργεί ως ένα «σύμπαν μέσα σε ποικίλα σύμπαντα». Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει την ταυτόχρονη επεξεργασία διαφορετικών κλιμάκων σχεδιασμού, ενσωματώνοντας αρχιτεκτονική, εσωτερικό σχεδιασμό, σχεδιασμό προιόντων και γραφιστικό σχεδιασμό σε μια ενιαία διαδικασία συνέργειας.
READ ALSO: ESO 2026: MVRDV Co-Founder Winy Maas on Research, Publishing and Architecture

