Για την πρόσφατη απόφοιτο του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, Αικατερίνη Κυρμιζόγλου, η Ιαπωνία — όπου έζησε για ένα εξάμηνο το διάστημα 2023–2024, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών J-PAC στο Chiba University στο Τόκιο — δεν αποτέλεσε απλώς έναν τόπο σπουδής, αλλά ένα ζωντανό εργαστήριο αρχιτεκτονικής εμπειρίας. Μέσα από την ερευνητική και τη διπλωματική της εργασία, η Κυρμιζόγλου διερευνά πώς η αστική ταυτότητα συγκροτείται ως βίωμα, φωτίζοντας τη σχέση ανάμεσα στο graphic design, την κατοίκηση και τον πυκνό αστικό ιστό των ιαπωνικών μητροπόλεων.
“Ένα ταξίδι στην Άπω Ανατολή ήταν πάντα όνειρό μου. Αυτό που με συναρπάζει στις Ιαπωνικές πόλεις είναι ο μυστικιστικός και ταυτόχρονα ο άναρχος χαρακτήρας τους.”
Για την Αικατερίνη Κυρμιζόγλου, η Ιαπωνία δεν αποτελεί απλώς έναν γεωγραφικό προορισμό ή ένα πεδίο αρχιτεκτονικής έρευνας, αλλά μια εμπειρία που βιώνεται καθημερινά και πολυεπίπεδα.
Η έννοια της χώρας ως βίωμα περιγράφει έναν τόπο όπου η ταυτότητα δεν προσλαμβάνεται ως στατική πληροφορία, αλλά ως μια δυναμική και συνεχώς μεταβαλλόμενη εμπειρία.
Στην Ιαπωνία, ο πολιτισμός δεν περιορίζεται σε θεσμικούς χώρους ή ιστορικές αφηγήσεις· εκδηλώνεται στη γλώσσα, στις καθημερινές χειρονομίες, στη σχέση με τη φύση και στις μικρές τελετουργίες της καθημερινότητας.
“Από το λαβυρινθώδες δίκτυο τρένων μέχρι την ιεροτελεστία των είκοσι σταδίων σε μια τελετή τσαγιού, κάθε στιγμή επιβάλλει μια συνειδητή παρουσία στο να ζεις “εδώ και τώρα”.
Αρχιτεκτονική, φυσικό περιβάλλον και κοινωνική συμπεριφορά συνυπάρχουν σε μια λεπτή ισορροπία που διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο τρόπο κατοίκησης.
Ο επισκέπτης δεν παρατηρεί απλώς την πόλη, αλλά έρχεται σε επαφή με μια διαφορετική αντίληψη του χώρου και του χρόνου, μια καθημερινότητα που απαιτεί συνειδητή παρουσία και προσοχή στη λεπτομέρεια. Μέσα από αυτή τη συνεχή αλληλεπίδραση, η παρατήρηση μετατρέπεται σε εμπειρία και η πόλη σε ένα ζωντανό πεδίο αισθητηριακής αντίληψης.
“Η γοητεία της Ιαπωνίας κρύβεται στη διαρκή ανακάλυψη. Είτε περιπλανιέσαι στις πολυεπίπεδες γειτονιές του Τόκιο είτε στην απόλυτη ησυχία των δασών του Nikko, αντιλαμβάνεσαι την ίδια θεμελιώδη αρχή: έναν λαό διεξοδικό, συνεπή, ταπεινό και ταυτόχρονα υπερήφανο.”
Το Τόκιο, ως η μεγαλύτερη μητρόπολη του κόσμου, λειτουργεί σαν ένα πυκνό πεδίο πληροφοριών και ερεθισμάτων: πολυάριθμες επιγραφές και στοιχεία της pop κουλτούρας συνυπάρχουν με παραδοσιακά σύμβολα, ενώ η υλικότητα των όψεων και η λεπτομέρεια της κατασκευής δημιουργούν ένα ιδιαίτερο οπτικό περιβάλλον.
“Η Ιαπωνία με έλκει γιατί καταφέρνει να συμφιλιώσει την αιχμή της τεχνολογίας με την ιερότητα της παράδοσης, δημιουργώντας ένα αστικό περιβάλλον που, παρά το μέγεθός του, παραμένει βαθιά ανθρώπινο και οικείο.”
Ο χαρακτήρας θαυμασμού που προκαλούν οι ιαπωνικές πόλεις σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ικανότητά τους να ισορροπούν ανάμεσα στην ένταση της μητρόπολης και στην ανθρώπινη κλίμακα συνδυάζοντας τη συνέπεια και την πειθαρχία με την ταπεινότητα και την αίσθηση συλλογικότητας. Μέσα από συνεχείς μεταβάσεις, ο κάτοικος ή ο επισκέπτης μπορεί να κινηθεί από πυκνούς αστικούς κόμβους με έντονη οπτική πληροφορία σε μικρούς δρόμους και ήσυχες γειτονιές, όπου κυριαρχεί μια αίσθηση συγκεντρωμένης ηρεμίας.
“Συνδυάζοντας το υπερ-αστικό με το τοπικό, τη φρενήρη αστικότητα με την πυκνή ησυχία, η ιαπωνική πόλη συμβαίνει στο απρόσμενο: στην ύπαρξη ενός μικρού ναού ανάμεσα σε ουρανοξύστες.”
Παράλληλα, η ιαπωνική πόλη προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα για το ευρωπαϊκό αστικό περιβάλλον, όπου η έννοια της πυκνότητας συχνά συνδέεται με την έλλειψη ποιότητας ζωής. Η αξιοποίηση μεταβατικών χώρων, μικρών σημείων πρασίνου και λεπτομερών αρχιτεκτονικών χειρισμών μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο εξισορρόπησης της έντασης της πόλης. Με αυτόν τον τρόπο, η ιαπωνική εμπειρία αναδεικνύεται όχι μόνο ως αντικείμενο θαυμασμού αλλά και ως πιθανή πηγή έμπνευσης για τον επανασχεδιασμό των ευρωπαϊκών αστικών τοπίων, προτείνοντας ένα μοντέλο όπου η ποιότητα ζωής και η αστική πυκνότητα δεν αποτελούν αντικρουόμενες έννοιες αλλά συμπληρωματικές συνθήκες.
“Ενώ στην Ευρώπη η πυκνότητα συχνά ταυτίζεται με τη χωρική ασφυξία, η Ιαπωνία διδάσκει τη μικρο-αρχιτεκτονική και την ευελιξία. Υιοθετώντας την έννοια των μεταβατικών χώρων και του “μικρο-πρασίνου” ως μέσων αστικής εκτόνωσης, οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις μπορούν να επανασχεδιαστούν με γνώμονα έναν έξυπνο σχεδιασμό που προάγει την ψυχική ηρεμία.”
“Το Graphic Design ως στοιχείο ταυτότητας του Αστικού Χώρου: Μελέτη δυο περιπτώσεων στην Ιαπωνία”, Ερευνητική Εργασία (Φεβρουάριος 2025), Επιβλέπων καθηγητής: Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
Στις ιαπωνικές μεγαλουπόλεις, η γραφιστική δεν λειτουργεί απλώς ως εργαλείο πληροφόρησης αλλά ως δομικό στοιχείο της αστικής εμπειρίας, καθώς επιγραφές, φωτεινά στοιχεία και οπτικά σήματα συγκροτούν ένα σύνθετο σύστημα σημείων που διαμορφώνει τόσο την ταυτότητα του χώρου όσο και την αντίληψη του περιπατητή.
Μέσα από την ανάγνωση του αστικού τοπίου ως πεδίου οπτικής επικοινωνίας, η πόλη αποκαλύπτεται ως ένα ζωντανό γραφιστικό περιβάλλον με έντονο πολιτισμικό βάθος, όπου η οπτική πληροφορία λειτουργεί οργανικά στον αστικό ιστό.
Σε αντίθεση με τον σύγχρονο αστικό σχεδιασμό, όπου η γραφιστική συχνά αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον συμπλήρωμα της αρχιτεκτονικής, στις ιαπωνικές πόλεις η οπτική επικοινωνία υπερβαίνει τον καθαρά πληροφοριακό της ρόλο και αναδεικνύεται σε θεμελιώδη συνιστώσα της αστικής ταυτότητας.
Έτσι, η πόλη δεν αναγιγνώσκεται αποκλειστικά μέσα από τον δομημένο χώρο, αλλά και μέσα από τα οπτικά της συστήματα — πινακίδες, φωτεινές επιγραφές, τυπογραφία και εικονογραφία — τα οποία συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο σημειωτικό περιβάλλον που ενισχύει τη χωρική εμπειρία και τη συλλογική μνήμη.
Το Τόκιο και η Οσάκα αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου το graphic design ενσωματώνεται οργανικά στον αστικό ιστό. Περιοχές όπως η Shinjuku και η Shibuya ή η Dotonbori και η Shinsekai δεν ορίζονται αποκλειστικά από τη μορφολογία της αρχιτεκτονικής τους, αλλά από την πυκνότητα και τη δυναμική των οπτικών σημάνσεων. Η υπερπληθώρα φωτεινών επιγραφών, έντονων χρωμάτων και ετερογενών τυπογραφικών μορφών συγκροτεί ένα περιβάλλον οπτικής υπερπληροφόρησης που, αντί να αποδιοργανώνει, διαμορφώνει μια αναγνωρίσιμη αστική εμπειρία και ένα ισχυρό πολιτισμικό αποτύπωμα.
Μέσα από τη σημειολογική προσέγγιση, τα γραφιστικά στοιχεία λειτουργούν ως διασυνδεδεμένα σημεία που μεταφέρουν πολλαπλά επίπεδα νοήματος και κατευθύνουν την αντίληψη του χώρου.
Το sign design, ως κυρίαρχη έκφανση της γραφιστικής στο δημόσιο πεδίο, συνδυάζει λειτουργικότητα, αισθητική και πολιτισμική αναφορά, συχνά αντλώντας από παραδοσιακές μορφές όπως τα ukiyo-e και τα manga.
Η σύγκριση περιοχών με κοινές χρήσεις, όπως η Shinjuku και η Shinsekai, αποκαλύπτει ότι η κλίμακα, η τυπογραφία, η διάταξη και η χρωματική ένταση των επιγραφών διαμορφώνουν διαφορετικές οπτικές ταυτότητες και εμπειρίες περιπλάνησης. Στο μεταπολεμικό πλαίσιο ταχείας αστικοποίησης, η οπτική επικοινωνία εξελίχθηκε σε βασικό εργαλείο προσανατολισμού και εμπορικής έκφρασης.
Έτσι, η ιαπωνική πόλη αναδύεται ως ένα ζωντανό γραφιστικό οικοσύστημα, όπου η οπτική πληροφορία λειτουργεί ως φορέας μνήμης, κουλτούρας και αστικής αφήγησης.
Στοιχεία έργου
Τίτλος εργασίας Το Graphic Design ως στοιχείο ταυτότητας του Αστικού Χώρου: Μελέτη δυο περιπτώσεων στην Ιαπωνία
Τυπολογία Ερευνητική εργασία
Εξεταστική περίοδος Φεβρουάριος 2025
Φοιτήτρια Αικατερίνη Κυρμιζόγλου
Επιβλέποντας Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
Σχολή Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πολυτεχνική Σχολή, Α.Π.Θ.
“Σχεδιασμός φοιτητικής εστίας μικτής χρήσης στο Tokyo University”, Διπλωματική Εργασία (Σεπτέμβριος 2025), Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Βενετία Τσακαλίδου
Η αρχιτεκτονική της κατοίκησης μπορεί να αποτελέσει έναν ουσιαστικό διαμεσολαβητή ανάμεσα στον ακαδημαϊκό χώρο και τον πυκνό αστικό ιστό που τον περιβάλλει, ιδιαίτερα σε μητροπολιτικά περιβάλλοντα όπως το Τόκιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η φοιτητική εστία δεν αντιμετωπίζεται ως μια αυτόνομη κτιριακή μονάδα, αλλά ως υβριδική χωρική διεπαφή που συνδέει τη μελέτη, την κοινότητα και την καθημερινότητα, συγκροτώντας ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα ζωής, ευεξίας και ακαδημαϊκής εμπειρίας.
Η Διπλωματική Εργασία της Αικατερίνης Κυρμιζόγλου, με τίτλο «Σχεδιασμός φοιτητικής εστίας μικτής χρήσης στο Tokyo University», επαναπροσδιορίζει την τυπολογία της φοιτητικής κατοικίας ως ενεργό συνδετικό κρίκο μεταξύ του campus και του αστικού ιστού της Meguro City, στην ευρύτερη περιοχή της Shibuya. Η πρόταση αφορά νέα εστία μικτής χρήσης στο Komaba Campus, σε οικόπεδο 2.800 m², στρατηγικά τοποθετημένο στο όριο πανεπιστημιούπολης και πόλης, με άμεση σύνδεση στον σταθμό Komaba-tōdaimae, γεγονός που ενισχύει τον διαμεσολαβητικό χαρακτήρα του έργου.
Το συγκρότημα αναπτύσσεται σε δύο κτίρια τεσσάρων και πέντε ορόφων που ακολουθούν τη φυσική κλίση του εδάφους και ενοποιούνται μέσω ενός ενδιάμεσου ορόφου αφιερωμένου στις κοινόχρηστες λειτουργίες. Περιλαμβάνει μονάδες κατοίκησης 15, 26 και 40 m² για έως 58 φοιτητές, σε συνδυασμό με αμφιθέατρο, εστιατόριο, καφετέρια, χώρους άθλησης, αναγνωστήρια, PC Lab, game room και tea rooms, συγκροτώντας ένα περιβάλλον καθημερινής ζωής, μελέτης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Κεντρική σχεδιαστική αρχή αποτελεί η ερμηνεία των σύγχρονων αναγκών των Ιαπώνων φοιτητών: ισορροπία μεταξύ ιδιωτικότητας και συλλογικότητας, συγκέντρωσης και χαλάρωσης, παράδοσης και σύγχρονης ζωής.
Το ισόγειο ανοίγεται προς την πόλη και το πράσινο, ενώ η ταράτσα λειτουργεί ως χώρος ηρεμίας και ενδοσκόπησης. Με υλικότητα ανεπίχριστου σκυροδέματος και ξύλου και πλήρη προσβασιμότητα, η πρόταση αναδεικνύει τη φοιτητική εστία ως ανοιχτό, μικτής χρήσης οργανισμό που ενισχύει την αστική ένταξη και την αίσθηση κοινότητας.
Στοιχεία έργου
Τίτλος εργασίας Σχεδιασμός κοιτώνα πολλαπλών χρήσεων στο Πανεπιστήμιο του Τόκιο
Τυπολογία Διπλωματική εργασία
Εξεταστική περίοδος Σεπτέμβριος 2025
Φοιτήτρια Αικατερίνη Κυρμιζόγλου
Επιβλέποντας Βενετία Τσακαλίδου
Σχολή Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πολυτεχνική Σχολή, Α.Π.Θ.
READ ALSO: «Στο όριο πόλης και Αρκαδίας: Επαναπροσδιορίζοντας το Πανεπιστημιακό πλέγμα» | Διπλωματική εργασία των Α.Κυριαζή και Γ. Πανάρετου











































